Ελλάδα - Εκπαίδευση

Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Είναι οι λόγιοι της προεπαναστατικής περιόδου (β΄ μισό 18ου αιώνα μέχρι την κήρυξη της επανάστασης) οι οποίοι, προσβλέποντας στην πνευματική αναγέννηση του Γένους, που θα έφερνε και την πολιτική αναγέννηση, δίδαξαν στα ελληνικά σχολεία του εξωτερικού ή της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, ενώ παράλληλα επιδόθηκαν στη συγγραφή. Αντιλαμβάνονταν το έργο τους ως ιερή αποστολή και όχι ως επάγγελμα. Εξέδωσαν πολλά αρχαία ελληνικά κείμενα, έγραψαν βιβλία φιλοσοφικά, μαθηματικά, τεχνικά, παιδαγωγικά και γλωσσικά, μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές και αναγνώσματα ψυχαγωγικού περιεχομένου. Παρόλο που τα συγγράμματά τους εκδίδονταν με πολλές δυσκολίες στο εξωτερικό, τελικά έφταναν στα χέρια του τουρκοκρατούμενου έθνους, συμβάλλοντας στο φωτισμό του. Οι σημαντικότεροι διδάσκαλοι του Γένους είναι οι εξής: Ευγένιος Βούλγαρης (1716 – 1806): Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Φοίτησε στα Σχολεία της Κέρκυρας και της Άρτας και σπούδασε στο Πατάβιο της Ιταλίας. Το 1738 χειροτονείται διάκονος στα Ιωάννινα και διορίζεται σχολάρχης στη Μαρουσιαία Σχολή. Το πρωτοποριακό φιλοσοφικό και παιδαγωγικό του σύστημα (το εκλεκτικό), όμως, προκαλεί τις αντιδράσεις λογίων και έτσι συνεχίζει το διδακτικό του έργο στο Άγιο Όρος, διευθύνοντας την Αθωνιάδα Σχολή. Παρόμοιες αντιδράσεις τον οδηγούν στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάσκει για 17 μήνες. Αργότερα, στη Λειψία της Γερμανίας συγγράφει και εκδίδει τα βιβλία του. Το 1772 διορίστηκε έφορος της βιβλιοθήκης της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης, ενώ το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας. Τον επόμενο χρόνο χρίστηκε Επίσκοπος Σλαβινίου και Χερσώνας, θέση από την οποία παραιτήθηκε τέσσερα χρόνια μετά για λόγους υγείας. Έκτοτε, διέμεινε στην Αγία Πετρούπολη. Ήταν πολυμαθής και συνέθεσε έργα φιλοσοφικά, θεολογικά, ιστορικά, εθνοπλαστικά κ.λπ. ενώ έκανε και μεταφράσεις. Έγραψε το φιλοσοφικό έργο «Λογική», τα «Στοιχεία Μεταφυσικής», το «Περί Ευθανασίας» κ.ά. Ως διδάσκαλος εισήγαγε τη διδασκαλία των λατινικών, της νεότερης φιλοσοφίας, της φυσικής, της χημείας, της άλγεβρας και της αστρονομίας. Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779): Γεννήθηκε στη Ναύπακτο. Φοίτησε σε σχολεία της περιφέρειας και αργότερα στην Αθωνιάδα Σχολή. Πίστευε πως η κατάσταση της δουλείας του Γένους και η απομάκρυνση από τις χριστιανικές αρχές οφείλονταν στο χαμηλό πνευματικό επίπεδο του πληθυσμού. Στοχεύοντας στο φωτισμό των υποδούλων περιόδευσε στη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου, την Αιτωλοακαρνανία, τα Επτάνησα και την Ήπειρο διδάσκοντας την αγάπη και την αλληλεγγύη. Παρότρυνε διαρκώς τα πλήθη να συμβάλουν στην ίδρυση σχολείων, προσπάθεια που κατέληξε στην ίδρυση διακοσίων δέκα σχολείων ανά την Ελλάδα. Η δράση του ανησύχησε τους Τούρκους και, μετά από εντολή του πασά της Ηπείρου, θανατώθηκε στις 24 Αυγούστου του 1779. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Ιώσηπος Μοισιόδακας (1725 – 1800): Γεννήθηκε στη Θράκη. Φοίτησε στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε φιλοσοφία στο Πατάβιο. Στη Μολδοβλαχία διηύθυνε τη Σχολή του Ιασίου και τάχθηκε υπέρ της απλής νεοελληνικής γλώσσας, την οποία χρησιμοποίησε τόσο για να διδάξει, όσο και για να συγγράψει. Λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε αυτή του η στάση, παραιτήθηκε το 1777. Μετέφρασε την «Ηθική φιλοσοφία» του Ιταλού φιλοσόφου Muratori, έγραψε την πραγματεία «Περί παίδων Αγωγής», την «Απολογία», που αποδίδει την πνευματική κατάσταση της εποχής, και τη «Θεωρία της Γεωγραφίας». Παναγιώτης Παλαμάς (1722 – 1802): Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Ήταν μαθητής του Ευγένιου Βούλγαρη. Δίδαξε στην Αθωνιάδα Σχολή και αργότερα διηύθυνε τη Σχολή του Μεσολογγίου, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1800. Είχε γράψει αρκετά βιβλία τα οποία δεν δημοσιεύτηκαν και πιθανολογείται ότι καταστράφηκαν κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου. Κωνσταντίνος Κούμας (1777 – 1836): Γεννήθηκε στη Λάρισα. Δίδαξε στα σχολεία της Λάρισας, της Τσαρίτσανας και των Αμπελακίων, ενώ σπούδασε στη Βιέννη. Το 1809 ιδρύει στη Σμύρνη το Φιλολογικό Γυμνάσιο και το διευθύνει μέχρι το 1813. Αργότερα, διδάσκει ελληνικά, φιλοσοφία και μαθηματικά στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Το 1819 πηγαίνει στη Γερμανία και τιμάται με τον τίτλο του μέλους των Ακαδημιών του Βερολίνου και του Μονάχου. Το 1820 επιστρέφει στη Σμύρνη για να αναδιοργανώσει το Φιλολογικό Γυμνάσιο. Εκεί τον βρίσκει η κήρυξη της επανάστασης. Η περιουσία του δημεύεται, ο ίδιος όμως φεύγει για την Τεργέστη, όπου και πεθαίνει. Εξέδωσε βιβλία μαθηματικών, φυσικής, χημείας, ιστορίας, γεωγραφίας κ.ά. Η Ιστορία των ανθρωπίνων πράξεων αποτελεί την πρώτη παγκόσμια ιστορία που γράφτηκε στα ελληνικά. Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος (1775 – 1830): Γεννήθηκε στο Κάιρο. Φοίτησε στα σχολεία της Αλεξάνδρειας και της Σύμης και σπούδασε ιατρική στο Πατάβιο, όπου συνδέθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Δίδαξε μαθηματικά στο Βουκουρέστι και αργότερα διηύθυνε την εκεί ελληνική σχολή. Το 1815 διορίστηκε σχολάρχης στη Χίο και αργότερα στην Οδησσό. Από εκεί έφυγε το 1830 με προορισμό την Αίγινα, αλλά έχασε τη ζωή του από πνιγμό. Ο Καποδίστριας φρόντισε ώστε να του αποδοθούν οι προσήκουσες τιμές. Έγραψε τα έργα «Φυσική πειραματική», «Ρητορική τέχνη», «Γραμματική της ομιλουμένης ελληνικής γλώσσης» κ.ά. Άνθιμος Γαζής (1764 – 1837): Γεννήθηκε στις Μηλιές του Πηλίου. Έγινε ιερομόναχος και το 1795 προσκλήθηκε στη Βιέννη ως εφημέριος του ναού του Αγίου Γεωργίου. Εκεί ασχολήθηκε με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες και μετέφρασε τη «Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών». Το 1811 εξέδωσε το φιλολογικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής», που αποτέλεσε μέσο διάχυσης των ιδεών του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σε συνεργασία με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, ίδρυσε στο Πήλιο το Ελληνικό Γυμνάσιο. Δεν ασχολήθηκε όμως πολύ με αυτό αφότου έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ξεκίνησε τις περιοδείες στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, στοχεύοντας στη μύηση των αρματολών και άλλων Ελλήνων στην Εταιρεία. Δημοσίευσε στο περιοδικό του κείμενα με περιεχόμενο φιλολογικό και παιδαγωγικό, ενώ εξέδωσε «Γραμματική των φιλοσοφικών επιστημών», «Γεωγραφικό πίνακα της Ελλάδος», «Γεωγραφικό πίνακα της Ευρώπης», «Ελληνικό Λεξικό» κ.ά. Νεόφυτος Δούκας (1760 – 1845): Γεννήθηκε στην Ήπειρο. Έγινε μοναχός σε μικρή ηλικία και φοίτησε στο Μέτσοβο και στα Ιωάννινα. Έπειτα πήγε στο Βουκουρέστι, όπου είχε δάσκαλο τον Λάμπρο Φωτιάδη, και μετά στη Βιέννη όπου έγινε εφημέριος. Το 1815 διηύθυνε τη Σχολή του Βουκουρεστίου και διέπρεψε στο διδακτικό του έργο. Υπέρμαχος της αρχαίας ελληνικής, «λογομαχούσε» με τον Κοραή μέσα από φιλολογικά περιοδικά. Πίστευε πως η αναγέννηση του έθνους θα πραγματοποιούνταν μόνο με την αναγέννηση της γλώσσας στην οποία συντέθηκαν τα έργα των προγόνων του υπόδουλου Γένους. Μετά την επανάσταση ανέλαβε την εκπαίδευση των παιδιών του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, ενώ διηύθυνε τη Ριζάρειο Σχολή. Εξέδωσε πολλά αρχαία κείμενα, και συνέθεσε τα έργα «Λογική», «Ηθική», «Φυσική», «Ρητορική» κ.λπ. Γεώργιος Γεννάδιος (1786 – 1854): Γεννήθηκε στη Θράκη. Φοίτησε στα σχολεία της Ηπείρου, των Ιωαννίνων και του Βουκουρεστίου και σπούδασε ιατρική στη Λειψία. Για οικονομικούς λόγους εγκαταλείπει τις σπουδές του και επιστρέφει στο Βουκουρέστι το 1815 για να αφιερωθεί στη διδασκαλία, ενώ δύο χρόνια αργότερα διδάσκει στην Ελληνική Σχολή στην Οδησσό. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και όταν ξέσπασε η επανάσταση συμμετείχε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και έπειτα συνέχισε το διδακτικό του έργο στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας αλλά και στο Κεντρικό σχολείο, που στα χρόνια του Όθωνα ονομάστηκε Γυμνάσιο. Νιώθοντας πως το σχολείο τον χρειαζόταν περισσότερο, αρνήθηκε τη θέση του καθηγητή της φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε στη Ριζάρειο Σχολή. Έγραψε βιβλία ηθοπλαστικά και παιδαγωγικά, όπως η Γραμματική Ελληνική, Ελληνική γραμματολογία, η Σύνοψη Ιερής ιστορίας κ.ά. Νεόφυτος Βάμβας (1770 – 1855): Γεννήθηκε στη Χίο. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στην Πάτμο. Δίδαξε στο Βουκουρέστι και σπούδασε φιλοσοφία και φυσικές επιστήμες στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Κοραή και ενστερνίστηκε τις γλωσσικές του απόψεις. Το 1815 γίνεται διευθυντής της Σχολής της Χίου την οποία στελεχώνει με δασκάλους και εξοπλίζει τεχνικά. Πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της επανάστασης περιοδεύει εμψυχώνοντας το λαό και τους πολεμιστές. Δίδαξε στην Κεφαλονιά, στην Ιόνιο Ακαδημία, οργάνωσε σχολείο στη Σύρο, ενώ το 1837 διορίστηκε καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έγραψε μεταξύ άλλων: «Ρητορική», «Στοιχεία της φιλοσοφικής ηθικής», «Συντακτικόν της αρχαίας γλώσσης» κ.λπ. Κωνσταντίνος Οικονόμος (1780 – 1857): Γεννήθηκε στη Θεσσαλία. Φοίτησε στα Αμπελάκια και στα είκοσί του έγινε ιερέας. Αργότερα, ως ιεροκήρυκας περιόδευσε στη Θεσσαλία. Κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε στο κίνημα του Ευθύμιου Βλαχάβα και φυλακίστηκε. Το 1809 δίδαξε, μαζί με τον Κούμα, στο Φιλολογικό Γυμνάσιο στη Σμύρνη και το 1819 αναγορεύθηκε ιεροκήρυκας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ως διδάσκαλος στόχευε στη διεύρυνση του γνωστικού πεδίου των μαθητών, αλλά κυρίως στη δημιουργία ηθικών και ενάρετων ανθρώπων. Μετά την κήρυξη της επανάστασης βρέθηκε στην Οδησσό, όπου εκφώνησε πατριωτικούς λόγους, και αργότερα στην Αγία Πετρούπολη, μετά από πρόσκληση του τσάρου, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή και τιμήθηκε με παράσημα και ισόβια σύνταξη. Στην Ελλάδα γύρισε το 1834 και συνέχισε να γράφει και να κηρύττει. Έγραψε μεταξύ άλλων: «Περί της γνησίας προφοράς της ελληνικής γλώσσης», «Τέχνης ρητορικής βιβλία τρία» κ.ά. Στους μεγάλους δασκάλους του Γένους συγκαταλέγονται και οι Χρύσανθος Νοταράς, Ιωάννης Πατούσας, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Μπαλάνος Βασιλόπουλος, Κοσμάς Μπαλάνος, Γεώργιος Βενδότης, Δημήτριος Δάρβαρης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Λάμπρος Φωτιάδης, Σέργιος Μακραίος, Αθανάσιος Πάριος, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Διονύσιος Πύρρος. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟ 19ο ΑΙΩΝΑ Αρκετά χρόνια πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακόμα περισσότερα πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ο Ρήγας Φεραίος ή Βελενστινλής περιέγραφε στο «Σύνταγμά» του το όραμά του για την παιδεία: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ιξεύρουν γράμματα, η πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία διά τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά». Το θέμα της εκπαίδευσης και της οργάνωσής της απασχόλησε όλα τα επίσημα κείμενα και τις καταστατικές αρχές που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Τόσο στον «Οργανισμό του Αρείου Πάγου» (Σάλωνα, 15 Νοεμβρίου 1821) όσο και στις Διακηρύξεις της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) επισημαίνεται η αναγκαιότητα παροχής εκπαίδευσης και στα δύο φύλα και η δέσμευση για την ίδρυση σχολείων, στα οποία η φοίτηση θα παρέχεται δωρεάν. Στο σύνταγμα της Επιδαύρου, «Νόμος της Επιδαύρου, Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» (Άστρος, 1823), προβλέπεται «συστηματικώς να οργανωθεί η εκπαίδευσις της νεολαίας και να εισαχθή καθ’ όλην την επικράτειαν η αλληλοδιδακτική μέθοδος από την Διοίκησιν» (κεφ. Ι, αρθ. πζ’) ενώ το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Τροιζήνα, 1827) προέβλεπε υπουργό Παιδείας στην κυβέρνηση και ανέθετε στη Βουλή να επαγρυπνεί και να προστατεύει τη δημόσια παιδεία. Λίγα χρόνια πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, ιδρύθηκαν και λειτουργούσαν σχολεία στην Αθήνα, στην Τρίπολη, στο Μεσολόγγι, στο Άστρος, στη Βυτίνα, στη Δημητσάνα, στα Λαγκάδια, στην Καρύταινα, στη Στεμνίτσα, στην Τήνο, στην Άνδρο, στη Σύρο, στις Σπέτσες, στην Πάτμο, στην Αίγινα, στη Σίφνο και αλλού. Στα σχολεία αυτά εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος, σύμφωνα με την οποία ο δάσκαλος δίδασκε με τη βοήθεια των πιο προχωρημένων μαθητών, τους οποίους προπαρασκεύαζε για να διδάξουν μαθητές χαμηλότερου επιπέδου. Στο Άργος λειτουργούσε κεντρική σχολή αλληλοδιδακτικής, ως σχολή εκπαίδευσης δασκάλων, ενώ, από το 1824, στην αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα, ιδρύθηκε και λειτούργησε η Ιόνιος Ακαδημία, η οποία υπήρξε το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ελλάδα. Η περίοδος του Καποδίστρια (1828-31) Προσπάθειες ανασυγκρότησης Εφτά χρόνια πολέμου (1821-27) είχαν αποσαρθρώσει σε μεγάλο βαθμό τα εμβρυακά σχολικά δίκτυα που λειτουργούσαν πριν από την έναρξη της Επανάστασης ή που ιδρύθηκαν κατά τη διάρκειά της σε διάφορες περιοχές. Έτσι, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι, την εποχή της ίδρυσης του ανεξάρτητου κράτους, βρισκόμαστε σχεδόν στο «έτος μηδέν» της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης. Από τον πρώτο χρόνο της άφιξής του στην Ελλάδα (1828) ο Ιωάννης Καποδίστριας (πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους) προσπάθησε να δημιουργήσει τους όρους για την κατάρτιση γενικού εκπαιδευτικού προγράμματος. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν πολλά και σημαντικά. Η χώρα μόλις είχε εξέλθει από έναν καταστρεπτικό πόλεμο, μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς, ευρισκόμενη σε μια κατάσταση χωρίς υποδομές, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της εκτός συνόρων. Καταχρεωμένη, είχε να αντιμετωπίσει και πολιτικές διαμάχες και συγκρούσεις, οι οποίες υποθάλπονταν από τις μεγάλες δυνάμεις που επεδίωκαν τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδας. Εκτός από την έλλειψη υποδομών και των αναγκαίων χρημάτων για την ανάπτυξη του εκπαιδευτικού συστήματος, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει και τη μεγάλη έλλειψη δασκάλων, που στη στοιχειώδη εκπαίδευση επιχειρήθηκε να λυθεί με τη θέσπιση της αλληλοδιδακτικής διδασκαλίας. Μέσα σε όλες τις δυσκολίες, μια από τις πρώτες επιδιώξεις του Καποδίστρια ήταν η ίδρυση και η λειτουργία σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης και κάλυψης πρακτικών αναγκών, όπως τα γεωργικά (Γεωργική Σχολή) και τα στρατιωτικά (Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο), καθώς και πολλών «χειροτεχνείων» και πρακτικών εργαστηρίων διαφόρων τεχνών. Το 1829 ίδρυσε το Ορφανοτροφείο της Αίγινας για τα ορφανά του πολέμου, όπου, εκτός από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία που λειτουργούσαν, εντάχθηκε και το Πρότυπο Σχολείο, στο οποίο εκπαιδεύονταν δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά. Έτσι, το 1830 λειτούργησαν 71 αλληλοδιδακτικά δημοτικά σχολεία με 6.000 μαθητές, ενώ πάνω από 500 μαθητές σπούδαζαν στην Αίγινα στα σχολεία του Ορφανοτροφείου, η οποία είχε μεταβληθεί σε πραγματική «σχολειούπολη». Ένα χρόνο αργότερα το 1831 τα σχολεία γίνονται 121, με 9.246 μαθητές. Η περίοδος της Βαυαροκρατίας (1833-62) Η εδραίωση του μονοδιάστατου προσανατολισμού Με την άφιξη του Όθωνα δεν είναι μόνο το κράτος που οργανώνεται με ξένα πρότυπα, αλλά και η εκπαίδευση. Οι βάσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος τέθηκαν την πενταετία 1833-37, μια περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκε το θεσμικό πλαίσιο του ελληνικού κράτους που με λίγες αλλαγές διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η διάρθρωση της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων διαμορφώθηκε με βάση τα διατάγματα του 1834 «Περί δημοτικών σχολείων», του 1836 «Περί του κανονισμού των ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων», και του 1837 «Περί προσωρινού κανονισμού του εν Αθήναις συστηθησομένου πανεπιστημίου». Η διάρθρωση της εκπαίδευσης είχε ως εξής: επτατάξιο δημοτικό σχολείο υποχρεωτικό, τριτάξιο «ελληνικόν σχολείον», τετρατάξιο γυμνάσιο και πανεπιστήμιο. Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική (θεωρητικά μόνο) και δωρεάν σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες εκτός από την πρωτοβάθμια (όπου υπάρχουν δίδακτρα). Για την ίδρυση και συντήρηση (χρηματοδότηση) των δημοτικών σχολείων και των δασκάλων υπεύθυνοι ήταν οι δήμοι και οι κοινότητες, ενώ για τα ελληνικά σχολεία, τα γυμνάσια και το πανεπιστήμιο την ευθύνη είχε το κράτος. Η επτάχρονη στοιχειώδης υποχρεωτική εκπαίδευση, το δημοτικό σχολείο, η ευθύνη για τη χρηματοδότηση του οποίου περιερχόταν στους δήμους, παρείχε στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις και δεξιότητες, κατά κύριο λόγο ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, και ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη: ένα τμήμα μέχρι την Δ΄ Δημοτικού και ένα τμήμα από την Ε΄ έως την Ζ΄ Δημοτικού. Όσοι, πάλι, φοιτούσαν σ’ αυτό χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Ένα μέρος τελείωνε την Δ΄ Δημοτικού και σταματούσε εκεί την εκπαιδευτική του πορεία (η πλειοψηφία), οπότε σιγά σιγά το επτάχρονο δημοτικό μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε τετράχρονο για το μεγαλύτερο μέρος των μαθητών. Ένα άλλο μέρος, όταν ολοκλήρωνε επιτυχώς την Δ΄ Δημοτικού, περνούσε, χωρίς εξετάσεις (εισαγωγικές εξετάσεις καθιερώθηκαν με το διάταγμα της 26ης Αυγούστου 1867), στο τριτάξιο «ελληνικόν σχολείον». Τέλος, κάποιοι συνέχιζαν το δημοτικό σχολείο μέχρι την έβδομη τάξη του. Οι απόφοιτοι του ελληνικού είχαν τη δυνατότητα να φοιτήσουν στο τετρατάξιο γυμνάσιο, στο οποίο η εισαγωγή γινόταν με εισαγωγικές εξετάσεις και, τέλος, χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις, να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο, το οποίο ιδρύθηκε το 1837 (Πανεπιστήμιο του Όθωνα και, από το 1862, Εθνικό Πανεπιστήμιο) με 4 σχολές: την Ιατρική, τη Νομική, τη Θεολογία και τη Φιλοσοφική. Στον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου εγγράφηκαν 52 φοιτητές, το 1840 έγιναν 159 και το 1866 1.182 Στο ελληνικό σχολείο και στο γυμνάσιο υπήρχε σύστημα αυστηρών εξαμηνιαίων εξετάσεων, σύμφωνα με το οποίο, αν ένας μαθητής απορριπτόταν δύο φορές στην ίδια τάξη, ήταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψει το σχολείο. Ιδρύθηκαν ακόμη και λειτούργησαν το Διδασκαλείο (για όσους ήθελαν να διδάσκονται τις Κυριακές και τις γιορτές την αρχιτεκτονική για να γίνουν «μαΐστορες») κι ένα σχολείο για τη διδασκαλία της ψαλτικής, ενώ οργανώθηκε μια σειρά ναυτικών μαθημάτων στα ελληνικά σχολεία της Σύρου και του Ναυπλίου για όσους ήθελαν να ακολουθήσουν τα ναυτικά επαγγέλματα. Τα ελάχιστα προαναφερθέντα «επαγγελματικά» σχολεία όχι μόνο ήταν περιθωριοποιημένα και απομονωμένα, αλλά η αποφοίτηση από αυτά δεν συνδεόταν σε καμία περίπτωση με δυνατότητα εισόδου σε πανεπιστημιακές σπουδές. Τα προβλήματα στη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος υπήρξαν πολλά. Φυσικά, η καθιέρωση ως υποχρεωτικής της στοιχειώδους εκπαίδευσης ήταν ένα σημαντικό μέτρο, το οποίο όμως δεν είχε εφαρμογή. Καθώς η ίδρυση και η χρηματοδότηση των δημοτικών σχολείων αφέθηκε στους δήμους και στις κοινότητες, ελάχιστα ιδρύθηκαν, γεγονός που κατέστησε προβληματική τη διακήρυξη για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του σχολείου. Στα μέσα του 19ου αιώνα τα 2/3 από τα χωριά της Ελλάδας δεν είχαν δημοτικό σχολείο (το 1840 έχουμε 252 δημοτικά σχολεία.) Στο δημοτικό σχολείο τα ποσοστά φοίτησης των κοριτσιών ήταν τόσο μικρά, που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει λόγος για υποχρεωτική εκπαίδευση. Αποτέλεσμα ο αναλφαβητισμός των γυναικών να ξεπερνάει το 1870 το 93%. Το 1854 η σχέση αντρικής και γυναικείας φοίτησης είναι 1 κορίτσι προς 6,5 αγόρια. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ολόκληρο σχεδόν το 19ο αιώνα το κράτος έχει αφήσει αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία τη διαμόρφωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των κοριτσιών (παρθεναγωγεία), καθώς τα πρώτα δημόσια σχολεία μέσης εκπαίδευσης για τα κορίτσια ιδρύθηκαν το 1914, με αποτέλεσμα να μηδενίζεται για τα κορίτσια των λαϊκών στρωμάτων η δυνατότητα για δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση της δωρεάν παιδείας ήταν ένα αρκετά σημαντικό μέτρο, όμως αφορούσε μόνο τη φοίτηση στο ελληνικό σχολείο και στο γυμνάσιο. Για το δημοτικό σχολείο απαιτούνταν δίδακτρα που το ύψος τους προσδιοριζόταν από το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο είχε και την ευθύνη της χρηματοδότησης του δημοτικού σχολείου. Η αδυναμία των δήμων να αντεπεξέλθουν στη χρηματοδότηση των δημοτικών σχολείων και η έλλειψη διδακτικού προσωπικού ήταν τα σημαντικότερα προβλήματα λειτουργίας στη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση. Η έλλειψη προσωπικού επιχειρήθηκε να καλυφθεί, όπως και στην καποδιστριακή περίοδο, με τη γενικευμένη εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, χωρίς ωστόσο να υπάρξουν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αν και δεν υπήρχαν εισαγωγικές εξετάσεις για τη μετάβαση από το δημοτικό στο ελληνικό σχολείο και από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο, οι εισαγωγικές εξετάσεις από το ελληνικό σχολείο στο γυμνάσιο και το εξεταστικό σύστημα (εξαμηνιαίες εξετάσεις) στο εσωτερικό όλων των τάξεων δημιουργούσαν σημαντικά φράγματα, ιδιαίτερα σε εκείνα τα τμήματα των μαθητών που στερούνταν οικονομικών και μορφωτικών αποσκευών. Τα ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια βρίσκονταν μόνο στα αστικά κέντρα. Τα ελληνικά σχολεία λειτουργούσαν στις έδρες των επαρχιών και τα γυμνάσια στις έδρες των νομών, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η πρόσβαση των παιδιών του αγροτικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευε (την περίοδο 1840-60) πάνω από το 75% του συνολικού πληθυσμού. Ωστόσο το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ο προσανατολισμός και η στοχοθεσία του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχολιάζοντας την εκπαιδευτική «μεταμόσχευση» των Βαυαρών, ο Γερμανός Paul Kipper (στη διδακτορική του διατριβή το 1897) γράφει σχετικά: «Το νομοσχέδιο έμοιαζε με το παπούτσι του Ξενοκράτη. Ήταν καλοστολισμένο και από άριστο δέρμα, με ένα μόνο μειονέκτημα: δεν ταίριαζε στο πόδι για το οποίο ράφτηκε» Την περίοδο αυτή διαμορφώθηκε επίσης ο μονοδιάστατος προσανατολισμός της εκπαίδευσης στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας και στις κλασικές σπουδές και εδραιώθηκε η άγονη προγονολατρία, με την επιβολή της αρχαιομάθειας και της αρχαΐζουσας γλώσσας και την υποτίμηση και περιφρόνηση της γλώσσας του λαού. Στα προγράμματα σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ήταν υπέρ το δέον πολλές οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών, καθώς και της ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας. Aυτό λειτουργούσε σε βάρος των θετικών επιστημών, αλλά και της ιστορίας των νεότερων και σύγχρονων χρόνων (ελληνικής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας). Eπιπρόσθετα, αγνοήθηκαν οι ανάγκες επαγγελματικής εκπαίδευσης (τεχνικές, εμπορικές, ναυτικές σπουδές), οι οποίες καλύφθηκαν κατά κύριο λόγο από ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Πανηγυρική επιβεβαίωση του προσανατολισμού της εκπαίδευσης πρόσφερε και η ίδια η φυσιογνωμία του πανεπιστημίου με τις 4 σχολές του: Θεολογική, Νομική, Φιλοσοφική και Ιατρική. Μάλιστα, οι κατευθύνσεις Φυσικής και Μαθηματικών που υπήρχαν θεωρούνταν μέχρι και το 1904 τμήματα της Φιλοσοφικής Σχολής. Η γλώσσα των αναγνωστικών στο δημοτικό σχολείο ήταν η αρχαία ελληνική, ενώ κυρίαρχη θέση είχε η γραμματική της. Μάλιστα, από το 1856 ως μόνη διδασκόμενη γραμματική, από την Α΄ Δημοτικού κιόλας, ορίστηκε η γραμματική της αρχαίας γλώσσας. Τα αρχαία ελληνικά διδάσκονταν όχι ως νεκρή γλώσσα αλλά ως γλώσσα-υποκατάστατο της ζωντανής γλώσσας. Τα χαρακτηριστικά της διδασκαλίας ήταν ο δογματισμός και ο παπαγαλισμός. Την ίδια στιγμή ο σκοπός των ελληνικών σχολείων ήταν να προετοιμάζουν τους μαθητές για το γυμνάσιο και του γυμνασίου να προπαρασκευάζουν μαθητές για το πανεπιστήμιο. Το ωρολόγιο πρόγραμμα μαθημάτων των ελληνικών σχολείων και γυμνασίων εκυριαρχείτο επίσης από τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ενώ η διδασκαλία των φυσικομαθηματικών καταλάμβανε μόλις το 19,2% των συνολικών ωρών. Η διδασκαλία των νεκρών γλωσσών (αρχαία ελληνικά, λατινικά) κάλυπτε σχεδόν το μισό του συνόλου του χρόνου και έφτανε τα 55% ανάμεσα στο 1867 και στο 1884. Αντίθετα, τα μαθηματικά και οι επιστήμες μετείχαν με λιγότερο από 20% του συνολικού χρόνου μέχρι το 1914. Τα γαλλικά, όμως, που κυριαρχούσαν ακόμα ως «διεθνής» γλώσσα σ’ ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο, διδάσκονταν σ’ όλη τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και καταλάμβαναν, μέχρι το 1914, μεγαλύτερο χρόνο σε ώρες διδασκαλίας από τα νέα ελληνικά, την ιστορία ή τις φυσικές επιστήμες. Η εκπαίδευση στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα Στασιμότητα και τέλμα Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δεν έγινε καμία σημαντική αλλαγή στο χώρο της εκπαίδευσης. Στο νέο σύνταγμα του 1864 οι διατάξεις για την εκπαίδευση δεν είχαν ουσιαστικά να προσθέσουν τίποτε περισσότερο απ’ όσα αναφέρονταν στο σύνταγμα του 1844, που και αυτό με τη σειρά του αναφερόταν στις εκπαιδευτικές ρυθμίσεις των Βαυαρών κατά τη δεκαετία του ’30. Τα βασικά προβλήματα και οι αδυναμίες που επισημάνθηκαν για όλη την προηγούμενη περίοδο εξακολουθούσαν να υφίστανται. Η δημόσια χρηματοδότηση βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η υποχρεωτική εκπαίδευση ίσχυε μόνο «στα χαρτιά», η εκπαίδευση των κοριτσιών ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, το χαρακτηριστικό του εκπαιδευτικού συστήματος παρέμενε ο θεωρητικός και κλασικιστικός προσανατολισμός των σπουδών έξω από τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, ενώ οι ευκαιρίες μετάβασης από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη για τα παιδιά των λαϊκών τάξεων ήταν ένας πολύ δυσκολοπερπάτητος δρόμος. Ωστόσο από το τελευταίο τέταρτο του αιώνα είχαν αρχίσει να συντελούνται σημαντικές μεταβολές στην οικονομία και στην κοινωνία. Αν και η βιομηχανική ανάπτυξη προχωρούσε με βραδείς ρυθμούς, παρατηρούνταν έντονη ανάπτυξη κυρίως του τριτογενούς τομέα, στο τραπεζικό σύστημα και στο σύστημα των συγκοινωνιών, αύξηση της χωρητικότητας του εμπορικού ναυτικού, διπλασιασμός της έκτασης των καλλιεργούμενων γαιών, αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου. Ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από το 8% το 1853 σε 28% το 1879. Τη δεκαετία 1870-80 οι Έλληνες καπιταλιστές της διασποράς άρχισαν να μεταφέρουν τα πρώτα κεφάλαια στην Ελλάδα. Την περίοδο αυτή οι κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη (ο οποίος κυβέρνησε από το 1882 μέχρι το 1895 με μικρές διακοπές) και Δηλιγιάννη προσπάθησαν να λάβουν μέτρα «εκσυγχρονισμού» της εκπαίδευσης, και οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες εγγράφηκαν στις επιδιώξεις και στους ανταγωνισμούς των δυο βασικών κομμάτων. Η περίοδος ήταν γεμάτη αντιφάσεις που πήγαζαν από την αντανάκλαση στην εκπαίδευση του στρεβλού τρόπου ανάπτυξης της οικονομίας (η χώρα ήταν εξαρτημένη πολιτικά και οικονομικά, με υπερτροφική διόγκωση του τριτογενούς τομέα και ατροφική ανάπτυξη της βιομηχανίας), ματαιώσεις και στασιμότητα. Η απουσία συγκεκριμένου προγράμματος και η αποσπασματικότητα των μέτρων όσο και οι άνευ όρων διαμάχες και συγκρούσεις των δύο παρατάξεων και το επόμενο «ράβε ξήλωνε» δημιούργησαν ένα νέο τέλμα σε μια εκπαίδευση που ασφυκτιούσε λόγω υπανάπτυξης και καθυστέρησης. Η πρώτη συστηματική προσπάθεια για ριζική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης (1889) επί κυβερνήσεως Χαριλάου Τρικούπη δεν προχώρησε, καθώς τα νομοσχέδια που ήρθαν στη Βουλή καταψηφίστηκαν. Λίγα χρόνια αργότερα το 1892 (17 μήνες πριν το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»), τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού έστρωσαν το έδαφος στον Χαρίλαο Τρικούπη για να καθιερώσει πολύ υψηλά δίδακτρα στη μέση και πανεπιστημιακή βαθμίδα (ν. ΒΝΔ 1892), να ενισχύσει τις εξεταστικές διαδικασίες σε όλες τις βαθμίδες και στο πέρασμα από βαθμίδα σε βαθμίδα και να άρει τη μονιμότητα των εκπαιδευτικών (το μέτρο καταργήθηκε λίγα χρόνια μετά επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη). Το 1894 απολύθηκαν 1.421 δάσκαλοι σε σύνολο υπηρετούντων 3.256. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε η διοργάνωση στρατιωτικών ασκήσεων στη μέση εκπαίδευση και η συνεργασία σχολείου και αστυνομίας για θέματα τάξης. Το 1895, επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη, ψηφίστηκε ο νόμος ΒΤΜΘ΄ (ουσιαστικά είναι ο πρώτος εκπαιδευτικός νόμος μετά το 1834), ο οποίος ίσχυσε περίπου 20 χρόνια και ρύθμιζε τη λειτουργία του δημοτικού σχολείου μέχρι το 1929. Η στοιχειώδης εκπαίδευση διαρθρώθηκε σε γραμματοδιδασκαλεία (ιδρύθηκαν σε φτωχές αγροτικές περιοχές), κοινά δημοτικά σχολεία (ιδρύονταν σε χωριά και κωμοπόλεις και είχαν 4 τάξεις) και πλήρη εξατάξια (ιδρύονταν όπου μπορούσαν να συντηρηθούν από δημοτικούς πόρους). Η φοίτηση προβλεπόταν και πάλι ως υποχρεωτική, όμως ουσιαστικά η δημιουργία διαφόρων τύπων σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης, τα οποία, μάλιστα, ήταν διαβαθμισμένα, με διδακτικό προσωπικό διαφορετικής εκπαίδευσης και με αυξημένο το «εξεταστικό» (κατατακτήριες και εισαγωγικές), διόγκωσε τις εκπαιδευτικές ανισότητες, αποκλείοντας μεγάλο μέρος των παιδιών από τη μετάβαση στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα (για τους μαθητές των γραμματοδιδασκαλείων, που αποτελούσαν τα 2/3 των μαθητών σχολικής ηλικίας, δεν προβλεπόταν δυνατότητα μεταπήδησης στη μέση εκπαίδευση). Η εκπαίδευση των θηλέων, η οποία γινόταν σε ξεχωριστά σχολεία όπου δίδασκαν δασκάλες, εξακολουθούσε να αφορά μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των κοριτσιών σχολικής ηλικίας. Επίσης, τα σχολικά προγράμματα θεμελιώνονταν με τους γνωστούς κλασικιστικούς και αρχαϊστικούς προσανατολισμούς, και τα αρχαία ελληνικά ήταν η γλώσσα στην οποία γράφονταν εξακολουθητικά τα βιβλία του δημοτικού σχολείου. Μία ακόμη προσπάθεια για μεταρρύθμιση έγινε το 1899 επί κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Παιδείας σε κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη. Τα νέα νομοσχέδια του υπουργού Παιδείας Αθ. Ευταξία καταψηφίστηκαν και η εκπαίδευση παρέμεινε σε βαθύ τέλμα. Τα νομοσχέδια του 1899 ήταν η πρώτη (και η τελευταία για το 19ο αιώνα) σοβαρή προσπάθεια αστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που επικεντρωνόταν κυρίως στο δημοτικό σχολείο και στόχευε στην προετοιμασία των μαθητών για την ένταξή τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγαλύτερη αντίδραση που συνάντησαν και η καταψήφισή τους στη Βουλή οφείλονταν και στην πρόταση για κατάργηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΝ 20ό ΑΙΩΝΑ Η περίοδος 1900-20 Προσπάθειες μεταρρύθμισης Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες άλλαξαν σημαντικά κάτω από το βάρος πολύ σημαντικών γεγονότων: οξύτατη οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση, κυβερνήσεις Βενιζέλου, εργατικοί αγώνες, κινήματα και δικτατορίες, δεκάχρονη πολεμική περιπέτεια η οποία καταλήγει αφενός στην εδαφική επέκταση και αφετέρου στη δραματική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Ο 19ος αιώνας κλείνει με ένα γεγονός-σταθμό: την ήττα της χώρας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Η ήττα και η επιβολή της Επιτροπής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, η οποία θα επιστατούσε στην καταβολή της πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία, προκάλεσαν σοκ στην ελληνική κοινωνία και βαθιά εθνική και οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε μια γενική αμφισβήτηση της βασιλικής δυναστείας και του πολιτικού κόσμου, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θεωρήθηκε συνυπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία είχε οδηγηθεί η χώρα. Από τον Απρίλιο του 1897 έως τον Αύγουστο του 1909 ανεβοκατέβηκαν 13 κυβερνήσεις που ανήκαν στα δύο κόμματα, το τρικουπικό, με αρχηγό τον Γεώργιο Θεοτόκη, και το δηλιγιαννικό, άλλοτε με αρχηγό τον ίδιο τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη και άλλοτε με αρχηγό τον Δημήτριο Ράλλη. Η εντεινόμενη δυσαρέσκεια και η αίσθηση του αδιεξόδου δημιουργούσαν συνθήκες για την ανάπτυξη αντίδρασης. Το 1909 η στάση στο Γουδί απελευθέρωσε τις αστικοδημοκρατικές δυνάμεις και οι εκλογές του 1910 έφεραν στην κυβέρνηση τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Την ίδια χρονιά (Νοέμβριος) ιδρύθηκε στην Αθήνα ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, το σπουδαιότερο παιδαγωγικό και αγωνιστικό κέντρο των δημοτικιστών, τα μέλη του οποίου έμελλαν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε όλες τις προσπάθειες αλλαγών στην εκπαίδευση που επιχειρήθηκαν στην περίοδο 1910-30 από τις κυβερνήσεις του Βενιζέλου. Για τον Εκπαιδευτικό Όμιλο (ο οποίος μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έφτασε τα 650 μέλη) και τα στελέχη του (Δ. Γληνός, Α. Δελμούζος και Μ. Τριανταφυλλίδης) ο στόχος ήταν συγκεκριμένος και ενιαίος: η χώρα είχε ανάγκη περισσότερο από ποτέ τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Την περίοδο αυτή οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης με κυριότερο εκπρόσωπό τους τον Ε. Βενιζέλο και οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι με κυριότερους εκφραστές τον Δ. Γληνό (που αργότερα θα στραφεί προς την Αριστερά), τον Α. Δελμούζο και τον Μ. Τριανταφυλλίδη επεδίωκαν τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης. Επρόκειτο για διεκδίκηση καθαρά αστική, που ερχόταν σε σύγκρουση με προ-αστικές και φεουδαρχικές δυνάμεις σε περιόδους που, όταν αυτές επανέρχονταν στην εξουσία εφάρμοζαν αντιμεταρρυθμίσεις, ακυρώνοντας προηγούμενες ρυθμίσεις. Παράλληλα, αποσκοπούσαν στην καταστολή «καινοτόμων ιδεών και πρακτικών» που απέρρεαν από το φιλελεύθερο ρεύμα του δημοτικισμού. Έτσι, οι αναχρονιστικές ιδέες και ρυθμίσεις έρχονταν σε σύγκρουση και μπλόκαραν τις επιδιώξεις και τις φιλελεύθερες ιδέες και απόψεις της αστικής τάξης στο χώρο της εκπαίδευσης. Το 1911 αναθεωρήθηκε το σύνταγμα του 1864 από τη Β’ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή του 1910. Το νέο σύνταγμα δεν μετέβαλλε τη μορφή του πολιτεύματος ούτε την οργάνωση της πολιτείας. Τότε δημιουργήθηκαν θεμελιώδεις θεσμοί του Δημοσίου Δικαίου στη χώρα μας: μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των δικαστών, Συμβούλιο Επικρατείας, Εκλογοδικείο κ.ά. Η πρώτη προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στη διάρκεια του νέου αιώνα έγινε το 1913 επί υπουργίας Τσιριμώκου και μέσα στον απόηχο των νικηφόρων Βαλκανικών πολέμων 1912-13, που είχαν διπλασιάσει σχεδόν τα σύνορα της Ελλάδας. Η συγκυρία φαίνονταν ευνοϊκή, αν και, λίγα χρόνια πριν, η είσοδος στον 20ό αιώνα είχε σημαδευτεί με τις οργανωμένες αντιδράσεις των συντηρητικών δυνάμεων στο θέμα της γλώσσας, που είχαν οδηγήσει το 1901 στις συγκρούσεις των «Ευαγγελικών» (η δημοσίευση του Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα ξεσήκωσε τις συντηρητικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα 8 νεκρούς και 80 τραυματίες), το 1903 στα «Ορεστειακά» (αντιδράσεις για την προσπάθεια ανεβάσματος της Ορέστειας του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο στη δημοτική γλώσσα) και το 1908 στα «Αθεϊκά» (κλείσιμο του Παρθεναγωγείου Βόλου και προσαγωγή του διευθυντή του Αλέξανδρου Δελμούζου σε δίκη για αθεΐα, ασέβεια, εξύβριση κ.ά.). Στην εισηγητική έκθεση των νομοσχεδίων, που γράφτηκε από τον Δημήτρη Γληνό, πρωτεργάτη του Εκπαιδευτικού Ομίλου, τονιζόταν ότι ο βασικός προσανατολισμός είναι πραγματικά υποχρεωτική εκπαίδευση, πρακτική κατεύθυνση της ύλης, σύγχρονη παιδαγωγική, μόρφωση της γυναίκας, προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της χώρας, στροφή προς τις θετικές επιστήμες, δημιουργία επαγγελματικής εκπαίδευσης. Στα νομοσχέδια επισημαίνονταν οι αδυναμίες και τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής εκπαίδευσης από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους: ο ψευτοκλασικισμός, η έλλειψη πρακτικού προσανατολισμού, η μονολιθικότητα, οι ελλείψεις σχολείων, η υποβαθμισμένη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, η αυταρχική διοίκηση. Προβλεπόταν εξαετές δημοτικό σχολείο στο οποίο δεν θα διδασκόταν η αρχαία γλώσσα αλλά η νεοελληνική (καθαρεύουσα). Μετά ακολουθούσε: α. τριετές «αστικό σχολείο», ένα πρακτικό σχολείο στο οποίο θα μπορούσαν να φοιτούν οι απόφοιτοι δημοτικού χωρίς εξετάσεις. β. εξαετές γυμνάσιο, χωρισμένο σε δύο κύκλους, στο οποίο θα μπορούσαν να φοιτούν απόφοιτοι δημοτικού χωρίς εξετάσεις ή απόφοιτοι του «αστικού σχολείου» μετά από κατατακτήριες εξετάσεις. Οι αντιδράσεις που ξεσήκωσαν οι συντηρητικοί κύκλοι αλλά και η μη σθεναρή υποστήριξη των νομοσχεδίων από τη μεριά της κυβέρνησης οδήγησαν στην καταψήφιση των νομοσχεδίων (ψηφίστηκε μόνο η σύνταξη νέων αναλυτικών προγραμμάτων που αύξησαν τις ώρες των τεχνικών μαθημάτων) και, βέβαια, σε ένα ακόμη πλήγμα στην ελληνική εκπαίδευση, που εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τις ανάγκες της χώρας. Οι αστικές δυνάμεις υποχωρούσαν μπροστά στην πίεση δυνάμεων προ-αστικών που επιζούσαν ακόμα και ήταν ισχυρές κυρίως στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, δυνάμεων που εξέφραζαν φθίνοντα οικονομικά συμφέροντα τα οποία έπληττε η αστική οικονομική πολιτική. Λίγα χρόνια αργότερα, μέσα στην ίδια δεκαετία (1917), από την προσωρινή κυβέρνηση Θεσσαλονίκης (υπό τον Ελ. Βενιζέλο) και με εισήγηση του Δ. Γληνού, νομοθετήθηκαν με διάταγμα (ν. 827/1917) και επικυρώθηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων σχεδόν όλα όσα προβλέπονταν (όσον αφορά τη διάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος) στα νομοσχέδια του 1913. Για το δημοτικό σχολείο γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν μέσα στη διετία 1917-19 δέκα νέα αναγνωστικά στη δημοτική, ανάμεσά τους τα περίφημα «Ψηλά Βουνά» και το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο», όλα γραμμένα με βάση τη γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη. Τα νέα βιβλία ήταν γραμμένα στη λογική μιας παιδαγωγικής προοδευτικής και αντιαυταρχικής, χωρίς ηθικολογίες, διδακτισμούς και αφορισμούς. Οι μεταρρυθμίσεις του 1913 (εκείνη του 1913 δεν ψηφίστηκε στη Βουλή) και του 1917 συμπλήρωναν η μια την άλλη, καθώς τόσο ο πολιτικός φορέας που τις προώθησε (κυβερνήσεις Ελευθερίου Βενιζέλου) όσο κυρίως οι εμπνευστές τους (οι πρωταγωνιστές του Εκπαιδευτικού Ομίλου, Δ. Γληνός, Α. Δελμούζος, Μ. Τριανταφυλλίδης) ήταν οι ίδιοι. Ωστόσο, η προσπάθεια εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913 έληξε άδοξα με την καταψήφισή της στη Βουλή και η μεταρρύθμιση του 1917 καταργήθηκε μόλις 3 χρόνια αργότερα –όταν στις εκλογές του 1920 τα φιλομοναρχικά κόμματα πήραν την πλειοψηφία καθώς, μεσούσης της μικρασιατικής εκστρατείας, οι κουρασμένοι από τη δεκάχρονη πολεμική περιπέτεια Έλληνες (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος, μικρασιατική εκστρατεία) καταψήφισαν τους φιλελεύθερους. Μαζί με την πτώση του Βενιζέλου γκρεμίστηκε ουσιαστικά και τυπικά από τη νέα κυβέρνηση και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η νέα κυβέρνηση του Δ. Ράλλη (υπουργός Παιδείας Θ. Ζαΐμης) με το νόμο 2678/10 Αυγούστου 1921 «Περί εισαγωγής αναγνωστικών βιβλίων εις τα δημοτικά σχολεία των καταλληλότερων εκ των προ του 1917 εγκεκριμένων» κατήργησε τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας, ενώ λίγους μήνες πριν (Νοέμβριος 1920) η «Επιτροπεία» που διορίστηκε για να εξετάσει τη γλωσσική διδασκαλία των δημοτικών σχολείων πρότεινε να καούν τα βιβλία της μεταρρύθμισης του 1917, «ως έργα ψεύδους και κακόβουλου προθέσεως», και να καταδιωχθούν «ποινικώς οι υπαίτιοι των προς διαφθοράν της ελληνικής γλώσσας και παιδείας τελεσθέντων πραξικοπημάτων». Μαζί με τα παλιά αναγνωστικά και τα αλφαβητάρια επέστρεφε η καθαρεύουσα με το «πάτερ» και «μήτερ» και με το «οι χοίροι υίζουσιν, τα χοιρίδια κοίζουσιν, οι όφεις ιύζουσιν». Η περίοδος 1921-33 Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός που μετασχημάτισε δραματικά το γεωγραφικό, πληθυσμιακό και ιδεολογικό χάρτη της Ελλάδας. Αν ήθελε να συνοψίσει κανείς την κατάσταση που επικρατούσε στην ελληνική εκπαίδευση την περίοδο 1920-28 μια λέξη, θα ήταν αρκετή: χάος. Τα δισεπίλυτα προβλήματα της εκπαίδευσης οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο με τη ραγδαία αύξηση των μαθητών, αλλά και τα υψηλά ποσοστά του αναλφαβητισμού που παρατηρούνταν. Στα χρόνια προβλήματα που συναντούσε κανείς από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα ήρθε να προστεθεί μια πρωτοφανής πολιτική αστάθεια, που μέσα σε 8 χρόνια άλλαξε 34 κυβερνήσεις και 25 υπουργούς Παιδείας, ενώ τα πραξικοπήματα βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι ότι κάθε υπουργός Παιδείας, μόλις αναλάμβανε καθήκοντα, αναιρούσε τους νόμους του προκατόχου του. Το 1923 η κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα επανέφερε τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του 1917. Το Μαράσλειο Διδασκαλείο εκπαίδευσης δασκάλων αναδιοργανώθηκε με διευθυντή τον Αλέξανδρο Δελμούζο και προσαρτήθηκε στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που άνοιξε ξανά το 1924 με διευθυντή το Δημήτριο Γληνό. Φάνηκε ότι μπορούσε και πάλι να εφαρμοστεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ωστόσο από το 1925 έως το 1926 το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και η εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στα δυο ιδρύματα προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις («Μαρασλειακά»), οι οποίες οδήγησαν στην απόλυση των δυο πρωτοπόρων του δημοτικισμού και σε νέα ανακοπή της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Το 1928 υπήρξε νέα κυβερνητική αλλαγή. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων με τον Ελευθέριο Βενιζέλο σχημάτισε κυβέρνηση και ξεκίνησε για μια ακόμη φορά την προσπάθεια για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Στα νομοσχέδια του 1929 (υπουργός Παιδείας Κ. Γόντικας) και του 1930/31 (υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου) προτεινόταν εξάχρονο δημοτικό σχολείο κοινό για αγόρια και κορίτσια (μεικτό). Καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα σ’ όλες τις τάξεις του δημοτικού (στις δυο τελευταίες θα διδασκόταν παράλληλα με την καθαρεύουσα). Ο απόφοιτος δημοτικού μπορούσε είτε να εγγραφεί χωρίς εξετάσεις σε κατώτερο επαγγελματικό σχολείο (γεωργικά, εμπορικά, βιοτεχνικά, οικοκυρικά) με διετή ή τριετή φοίτηση είτε να πάει στη μέση εκπαίδευση μετά από εισιτήριες εξετάσεις. Η μέση εκπαίδευση περιλάμβανε τα γυμνάσια (εξαετή) και τα πρακτικά λύκεια (εξαετή). Ο απόφοιτος γυμνασίου ή πρακτικού λυκείου μπορούσε μετά από εισιτήριες εξετάσεις να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο. Από το 1929 έως το 1964 η επιλογή των υποψηφίων μαθητών γινόταν με εξετάσεις την ευθύνη των οποίων είχαν τα πανεπιστήμια. Τα θέματα ορίζονταν από τους καθηγητές των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, οι οποίοι ρύθμιζαν τις λεπτομέρειες των εξετάσεων και διενεργούσαν, για κάθε ΑΕΙ, τις δικές του ξεχωριστές εξετάσεις. Οι υποψήφιοι, απολυτηριούχοι γυμνασίου, κατέθεταν την αίτησή τους στη σχολή που επιθυμούσαν να εισαχθούν. Ιδρύθηκε επίσης τετραετές Ανώτερο Παρθεναγωγείο, στο οποίο μπορούσαν να εγγραφούν χωρίς εξετάσεις οι απόφοιτοι δημοτικού. Η δομή και τα χαρακτηριστικά της μεταρρύθμισης του 1929 ήταν λιγότερο δημοκρατικά σε σύγκριση με τις μεταρρυθμίσεις του 1913 και του 1917, και όχι μόνο γιατί καθιέρωνε εισιτήριες εξετάσεις από βαθμίδα σε βαθμίδα (δημοτικό – γυμνάσιο – πανεπιστήμιο), αναπαράγοντας έτσι τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες. Ο Δ. Γληνός στην κριτική του για τη μεταρρύθμιση του 1929 επισήμανε πολύ σωστά πως «ό,τι περιέχει καλό δεν είναι νέο και ό,τι περιέχει νέο δεν είναι καλό». Επίσης, τόνιζε ότι η πρακτικοποίηση της εκπαίδευσης είναι θεωρητικός λόγος παρά πραγματικότητα, καθώς υπονοούνταν και πουθενά δεν πραγματωνόταν. Στη δεκαετία του ’20 ιδρύθηκαν τρεις νέες πανεπιστημιακές μονάδες: η Ανώτατη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, η Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Λίγο πριν, το 1914, το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) είχε ενταχθεί στην ανώτατη εκπαίδευση, ως ισότιμο με το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1930 ιδρύθηκε και άρχισε τη λειτουργία του το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών της Αθήνας, το οποίο το επόμενο έτος μετονομάστηκε σε Πάντειος Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Στο κλείσιμο της εκατονταετίας από την πρώτη νομοθετική οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος (1834-1933), τίποτε δεν φαινόταν να έχει αλλάξει στην ελληνική εκπαίδευση, η οποία έμοιαζε να υποφέρει από το μαρτύριο του Σίσυφου. Καμιά μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν μπόρεσε να προχωρήσει, σχεδόν κανένα μέτρο δεν πρόφτασε να υλοποιηθεί και το σύστημα παρέμεινε ακίνητο, σαν απολιθωμένος δεινόσαυρος, μονολιθικό, θεωρητικό. Η περίοδος 1933-40 Όπως και να ’χει, και η μεταρρύθμιση του 1929 είχε μικρό χρόνο ζωής. Άλλα από τα μέτρα δεν υλοποιήθηκαν καθόλου κι άλλα καταργήθηκαν το 1936, με την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Μεταξά. Η δικτατορία του Κονδύλη το 1935 ανέστειλε τη μεταρρύθμιση του 1929, ως «εθνοφθόρο». Το διδακτορικό καθεστώς του Μεταξά προχώρησε σε μια ολοκληρωτική μεταβολή του εκπαιδευτικού συστήματος, καταργώντας ό,τι είχε διαμορφωθεί με τη μεταρρύθμιση του 1929. Καταργήθηκε η διάρθρωση σε εξάχρονο δημοτικό και εξάχρονο γυμνάσιο. Το δημοτικό μετατρέπηκε ουσιαστικά σε τετρατάξιο (τυπικά παρέμενε εξαετές, αλλά οι εξετάσεις το μετέτρεπαν σε τετραετές, καθώς η φοίτηση στην επόμενη βαθμίδα (γυμνάσιο) προϋπέθετε εισαγωγικές εξετάσεις) και το γυμνάσιο σε οκτατάξιο, χωρισμένο σε δύο κύκλους. Η κατάσταση στη δημοτική εκπαίδευση περιγράφεται στην επίσημη στατιστική του έτους 1938-39 ως εξής: 74.392 παιδιά διέκοπταν τη φοίτηση από το σχολείο οριστικώς, διαρρέοντας από τάξη σε τάξη. Το 60,4% του συνόλου των δημοτικών σχολείων ήταν μονοτάξια, γεγονός που φανέρωνε ότι μεγάλο μέρος των Ελληνοπαίδων λάμβανε στοιχειωδέστατη μόρφωση. Την ίδια χρονιά πάνω από 100.000 παιδιά σχολικής ηλικίας δημοτικού σχολείου δεν φοιτούσαν στο δημοτικό σχολείο. Σε πάνω από 3.000 χωριά και συνοικισμούς δεν υπήρχε δημοτικό σχολείο. Τα υπάρχοντα νηπιαγωγεία εξυπηρετούσαν, την ίδια χρονιά, περίπου μόνο το 15% των παιδιών νηπιακής ηλικίας. Στη μέση εκπαίδευση επικρατούσε πραγματική σύγχυση. Υπήρχε μια πολυτυπία σχολείων που ιδρύθηκαν την περίοδο 1936-39 από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, όπως το αστικόν σχολείον (5 έτη), το προγυμνάσιον (5 έτη), το κλασσικόν γυμνάσιον (8 έτη), το πρακτικόν λύκειον (8 έτη) κ.λπ. Το 1939 τα πεντατάξια αστικά σχολεία μετατράπηκαν σε τριτάξια, δεχόμενα με εξετάσεις απόφοιτους δημοτικού. Από το 1939 το οκτατάξιο κλασσικόν γυμνάσιον και πρακτικόν λύκειον και το διτάξιο προγυμνάσιον καταργήθηκαν και ιδρύθηκαν δύο κύκλοι μέσης γενικής εκπαίδευσης: το γυμνάσιον κατώτερος κύκλος 6 ετών, και το λύκειον, ανώτερος κύκλος 2 ετών. Το λύκειο περιλαμβάνει δύο τμήματα: το «θεωρητικόν» και το «πρακτικόν». Η μέση επαγγελματική εκπαίδευση φυτοζωούσε καθώς το 1938-39 φοιτούσαν μόνο 11 χιλιάδες μαθητές. Την ίδια χρονιά (1938-39) οι φοιτητές των ανώτατων σχολών (Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΕΜΠ, Ανωτάτη Εμπορική Σχολή Οικονομικών Επιστημών, Πάντειος, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) ανέρχονται στις 8.301, εκ των οποίων οι θήλεις είναι μόλις 925. Ο Αλ. Δελμούζος το 1939 παρατηρούσε ότι «η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία άρχισε το 1910, ουσιαστικά δεν υπήρχε πια, γιατί ούτε η υποχρεωτική εκπαίδευση γενικεύτηκε ούτε η δημοτική γλώσσα έγινε διδακτική γλώσσα ούτε η ΤΕΕ εδραιώθηκε, και η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλή διατηρώντας τα ποσοστά των αναλφάβητων σε υψηλά επίπεδα». Η εκπαίδευση την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Την περίοδο της Κατοχής η εκπαίδευση ελάχιστα λειτούργησε, λόγω των βομβαρδισμών, της καταστροφής ή της επίταξης των διδακτηρίων και της έλλειψης διδακτικού προσωπικού. Εκ των κατεχομένων 8.345 διδακτηρίων υπό των στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής, μόνο το 719 παρέμειναν άθικτα. Τα 1.000 πυρπολήθηκαν ή γκρεμίστηκαν και τα υπόλοιπα υπέστησαν σημαντικές καταστροφές. Στην κατεχόμενη από τα βουλγαρικά στρατεύματα Δυτική Θράκη και Ανατολική Μακεδονία όλα τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί διώχθηκαν. Την περίοδο 1940-45 υπολογίζεται ότι περίπου 600.000 παιδιά δεν είχαν φοιτήσει καν στο δημοτικό σχολείο. Ιδιαίτερο σημαντικό σταθμό στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης αποτέλεσε το «Σχέδιο για μια λαϊκή παιδεία», το οποίο διαπνεόταν από μια ριζοσπαστική αντίληψη για την παιδεία και τους στόχους της. Στις απελευθερωμένες περιοχές της Ελλάδας (την ορεινή περιοχή που εκτεινόταν από τον Κορινθιακό κόλπο έως τα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία και από τις δυτικές πλαγιές της Πίνδου έως την ανατολική ακτογραμμή της Ελλάδας), το ΕΑΜ συγκρότησε το Μάρτιο του 1944 την ΠΕΕΑ ως κεντρικό πολιτικό όργανο, για να «συντονίσει τις προσπάθειες και τον αγώνα για την εθνική απολύτρωση και να αναλάβει την υπεύθυνη διοίκηση των ελευθερωμένων περιοχών της χώρας», με πρόεδρο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλ. Σβώλο. Στο Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ, που συνήλθε στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας, υποβλήθηκε το «Σχέδιο για μια λαϊκή παιδεία». Εμπνευστές του ήταν εκπαιδευτικοί και διανοούμενοι του ΕΑΜ και της οργάνωσης της νεολαίας του (της ΕΠΟΝ). Με πρωτοβουλία της ΕΠΟΝ άνοιξαν και λειτούργησαν τα κλειστά από τους κατακτητές σχολεία, δημιουργήθηκαν σχολεία αναλφάβητων και λαϊκές βιβλιοθήκες, ενώ λειτούργησαν και τα Παιδαγωγικά Φροντιστήρια, που εκπαίδευσαν δασκάλους και κυκλοφόρησαν αναγνωστικά βιβλία (Ελεύθερη Ελλάδα και Αετόπουλα), σε μια προσπάθεια να θεμελιωθεί μια νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα για την Ελλάδα. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του EAM, στο οποίο πρωτοστάτησαν εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες, όπως η Ρόζα Ιμβριώτη, χάραξε μια νέα προοπτική για τα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας. Σύμφωνα με το «Σχέδιο για μια λαϊκή παιδεία», το εκπαιδευτικό σύστημα διαρθρωνόταν σε μια ενιαία, υποχρεωτική και δωρεάν βασική εκπαίδευση οκταετούς διάρκειας. Η εκπαίδευση διαιρούνταν σε τέσσερις χρονικές περιόδους αντίστοιχες με τις ηλικίες του παιδιού (παιδικοί σταθμοί, νηπιαγωγεία – δημοτικό – γυμνάσιο, ΤΕΕ – ΑΕΙ), με παράλληλη πρόβλεψη για ειδική εκπαίδευση. Για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση προέβλεπε διδασκαλία της κοινής δημοτικής γλώσσας ως μόνης γλώσσας του ελληνικού λαού και το μονοτονικό σύστημα γραφής, αλλά προέβλεπε τη διδασκαλία στις δύο ανώτερες τάξεις του γυμνασίου συλλογής λογοτεχνικών κειμένων όπου θα προσφέρονταν δείγματα όλων των εποχών και ιδιωμάτων της ελληνικής γλώσσας. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση προβλεπόταν τετραετής με διαφόρους τύπους σχολείων (αγροτικά, βιομηχανικά, βιοτεχνικά, κλασικά). Η εκπαίδευση από το 1950 έως το τέλος της δικτατορίας (1974) Το τέλος του Πολέμου και του Εμφυλίου βρήκε την εκπαίδευση σε πάρα πολύ κακή κατάσταση. Οι τεράστιες ελλείψεις σε υποδομή και σε προσωπικό συνοδεύονταν από μια γενική πτώση των ποσοστών φοίτησης των μαθητών τόσο στη στοιχειώδη εκπαίδευση όσο και στο γυμνάσιο. Το 60% των δημοτικών σχολείων ήταν μονοτάξια, ενώ σε κάθε δάσκαλο αναλογούσαν κατά μέσο όρο περίπου 60 μαθητές. Ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών διέκοπτε τη φοίτηση κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους (το 1950/51 διέκοψαν τη φοίτησή τους 102.893 μαθητές) ενώ 150-200.000 δεν πήγαιναν την ίδια περίοδο καθόλου στο δημοτικό σχολείο. Λιγότερο από το 15% των παιδιών της αντίστοιχης ηλικίας φοιτούσε στο γυμνάσιο, ενώ το ποσοστό των αναλφάβητων ξεπερνούσε το 24%. Η πρώτη μεταπολεμική απογραφή (1951) ουσιαστικά χώρισε την Ελλάδα σε τρεις γεωγραφικές περιοχές όσον αφορά το εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού: α. στις εκπαιδευτικά καθυστερημένες περιοχές β. σ’ αυτές που βρίσκονταν σε μια μεσαία κατάσταση γ. στις ευνοημένες εκπαιδευτικά. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι νομοί με το χαμηλότερο δείκτη εκπαιδευτικού επιπέδου ήταν στην Ήπειρο (Θεσπρωτία, Άρτα, Πρέβεζα), στη Θράκη (Ξάνθη, Ροδόπη), στα Ιόνια (Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα) και στη Θεσσαλία (Καρδίτσα, Τρίκαλα). Στη χειρότερη κατάσταση βρισκόταν ο νομός Ευρυτανίας, που παρουσίαζε το χαμηλότερο δείκτη εκπαιδευτικού επιπέδου. Την ίδια περίοδο το γυναικείο φύλο συγκέντρωνε τα μεγαλύτερα ποσοστά αναλφάβητων και τα μικρότερα ποσοστά πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση «αναδιοργανώθηκε» με τον Α.Μ. 388/1948, όπου επανήλθε το σύστημα των διδάκτρων και των εκπαιδευτικών τελών. Το 1951 διά του Ν.Δ. 1823 καθιερώθηκε η διάρθρωση της γενικής εκπαίδευσης σε δύο βαθμίδες, την 6ετή στοιχειώδη και την 6ετή μέση, και η διαίρεση της μέσης σε δύο ισόχρονους κύκλους σπουδών, το γυμνάσιον και το λύκειον, κατά το σχήμα 6+3+3. Η κατάσταση στα δημοτικά σχολεία κατά το έτος 1950/51 είχε ως εξής: 8.997 δημοτικά σχολεία, 18.353 δάσκαλοι, 1.032.525 εγγραφέντες μαθητές και 929.632 φοιτήσαντες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 τα διαρκώς αυξανόμενα εκπαιδευτικά προβλήματα ανάγκασαν την κυβέρνηση του Κων/νου Καραμανλή (ΕΡΕ) να συγκροτήσει (το 1957) μια ειδική Επιτροπή Παιδείας με σκοπό την αντιμετώπισή τους. Στα πορίσματα της Επιτροπής (1958) τονιζόταν ότι η παιδεία πρέπει να θεωρείται η πλέον παραγωγική επένδυση και επισημαινόταν για μια ακόμη φορά η αναντιστοιχία του εκπαιδευτικού συστήματος με τις αναπτυξιακές οικονομικές ανάγκες της χώρας και τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Τα νομοθετικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή από το 1959 έως το 1962 για την εκπαίδευση (Ν. 3971/2-9-1959 και Ν. 3973/2-9-1959) αφορούσαν στην οργάνωση και λειτουργία της μέσης γενικής και τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι αλλαγές ήταν κυρίως οργανωτικής μορφής και δεν έθιγαν τους υπάρχοντες στόχους και τις εδώ και πολλά χρόνια διαμορφωμένες κατευθύνσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, με την κυριαρχία του ψευτοκλασικισμού. Παράλληλα, οι ελάχιστες δημόσιες δαπάνες που εδιατίθεντο άφησαν στα «χαρτιά» τις διακηρύξεις για ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης. Το 1957 ξεκίνησε τη λειτουργία της η Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, το σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Προβλήματα στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών Ας δούμε, όμως, τώρα ποια ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής εκπαίδευσης μετά τις τελευταίες αλλαγές στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση βρίσκονταν σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα (1,8% του ΑΕΠ το 1956/57). Για την εγγραφή του μαθητή σε σχολείο όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης έπρεπε να καταβληθεί κάθε χρόνο η λεγόμενη μαθητική εισφορά. Τα βιβλία και όλα τα σχολικά είδη πληρώνονταν από τους μαθητές, κανόνας από τον οποίο δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα βιβλία του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Η εξάχρονη στοιχειώδης εκπαίδευση παρέμενε κατ’ όνομα υποχρεωτική, ενώ η φοίτηση στο γυμνάσιο παρέμενε δυνατότητα μόνο για ένα μικρό μέρος του πληθυσμού αντίστοιχης ηλικίας. Το γυμνάσιο ήταν εξατάξιο, χωρισμένο σε δυο τριετείς κύκλους, ο πρώτος με ενιαίο πρόγραμμα και ο δεύτερος με κατευθύνσεις σπουδών (κλασική και πρακτική, όπως τεχνική, αγροτική, ναυτική, οικονομική κ.ά.). Στην πραγματικότητα, ο παραδοσιακός προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος παρέμενε αναλλοίωτος, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών που φοιτούσαν στο γυμνάσιο επέλεγαν την κλασική κατεύθυνση (περίπου οι τρεις στους τέσσερις). Οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα πανεπιστήμια γίνονταν από τα ίδια τα ιδρύματα και ο υποψήφιος έπρεπε να μεταβεί και να εγκατασταθεί για κάποιο χρονικό διάστημα στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκονταν και τα μοναδικά τότε ΑΕΙ, προκειμένου να λάβει μέρος σε αυτές. Το υψηλό κόστος και ο δισταγμός που προκαλούσε η άγνωστη και απόμακρη πρωτεύουσα ή συμπρωτεύουσα δρούσαν αποθαρρυντικά για τα αγροτόπαιδα της επαρχίας. Η εγγραφή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κόστιζε αρκετά για κάθε έτος σπουδών, ενώ τα κακοεκτυπωμένα συγγράμματα και οι πρόχειρες σημειώσεις των καθηγητών πληρώνονταν από τους φοιτητές. Εκτός αυτού, οι φοιτητές έπρεπε σε κάθε εξεταστική περίοδο να πληρώνουν «εξέταστρα» σε κάθε καθηγητή, για να έχουν δικαίωμα να εξεταστούν στο μάθημά του. Η μεταρρύθμιση του 1964 Στις εκλογές του 1964 η Ένωση Κέντρου εξασφάλισε πλειοψηφία και σχημάτισε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου. Σημαντικός σταθμός στην πορεία των αστικών μεταρρυθμίσεων υπήρξε η μεταρρύθμιση του 1964, από την Ένωση Κέντρου, με την κατοχύρωση της δωρεάν παιδείας: «Καθιερώνεται η δωρεάν εκπαίδευση εις τα Δημόσια Σχολεία όλων των βαθμίδων και όλους τους Ελληνόπαιδας υποχρεωτική εκπαίδευση εννέα ετών... Θεμέλιον και εγγύησις της αληθούς Δημοκρατίας είναι η ισότης όλων αδιακρίτως των πολιτών εις την κτήσιν των αγαθών της παιδείας. Χειροτέρα μορφή κοινωνικής ανισότητος δεν υπάρχει από το καθεστώς: η παιδεία να είναι προνόμιον των ευπορούντων. Κράτος, το οποίον δεν παρέχει εις όλους τους πολίτας ίσας ευκαιρίας να μορφωθούν και να αναπτύξουν τας ικανότητάς των, δεν αξίζει να ονομάζεται δημοκρατικόν». Παράλληλα, οι αναφορές στη σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία ήταν ξεκάθαρες: «Εάν δεν στρέψωμεν το ενδιαφέρον των νέων μας προς τα τεχνικά επαγγέλματα και δεν εκπαιδεύσωμεν αυτούς κατά τρόπον εγγυώμενον την θετικήν επαγγελματικήν των απόδοσιν, δεν είναι δυνατόν να προσδοκώμεν ότι η ελληνική οικονομία θα γίνη ανταγωνιστική». Στη Βουλή κατατέθηκαν τρία εκπαιδευτικά νομοσχέδια, τα οποία αφορούσαν: Α) τη στοιχειώδη, τη μέση, την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση (Ν.Δ. 4379/64 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της γενικής εκπαιδεύσεως»). Β) την τριτοβάθμια εκπαίδευση (Ν.Δ. 4425/64) και ο Ν.Δ.735/64 «Περί ιδρύσεως πανεπιστημίων» και Γ) την ΤΕΕ. Με το Β.Δ. 827/65 «Περί του κανονισμού λειτουργίας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου», ιδρύθηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο σε αντικατάσταση του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Προβλεπόταν εξαετές δημοτικό σχολείο ενώ η μέση εκπαίδευση εδιχοτομείτο σε δύο διαδοχικούς και αυτοτελείς τύπους σχολείων: το γυμνάσιο και το λύκειο. Η μετάβαση από το γυμνάσιο στο λύκειο γινόταν με εξετάσεις. Το λύκειο διαχωριζόταν στο γενικό λύκειο, στο τεχνικό επαγγελματικό λύκειο και στις σχολές εξειδίκευσης τεχνιτών. Καθιερωνόταν η δωρεάν εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, με την κατάργηση κάθε οικονομικής επιβάρυνσης μαθητών και φοιτητών. Η δημοτική γινόταν η γλώσσα της διδασκαλίας και των βιβλίων στο δημοτικό σχολείο και ισότιμη με την καθαρεύουσα στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Καταργούνταν οι εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο και επεκτεινόταν η υποχρεωτική εκπαίδευση από 6 σε 9 έτη. Αγόρια και κορίτσια ήταν υποχρεωμένα να φοιτήσουν στο δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια είτε σε γυμνάσιο γενικής εκπαίδευσης είτε σε γυμνάσιο επαγγελματικής κατεύθυνσης μέχρι το 15ο έτος της ηλικίας τους. Το 1964/1965 θεσπίστηκε το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο», που σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, απέβλεπε στο να «απαλλάξει τα ΑΕΙ από τον δυσβάστακτον φόρτον των εισιτηρίων διαγωνισμών, εις τον οποίον μετέχουν κατ’ έτος χιλιάδες υποψηφίων, καθώς και τους υποψήφιους φοιτητές από το μαρτύριον των κατά την ίδιαν περίοδον πολλαπλών καταπονητικών εξετάσεων εις διαφόρους Σχολάς Αθηνών και Θεσσαλονίκης». Το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» είχε δύο τύπους, εκ των οποίων ο ένας οδηγούσε στις θεολογικές, φιλοσοφικές και νομικές σχολές (θεωρητικός τύπος) και ο δεύτερος στις φυσικομαθηματικές, ιατρικές, οδοντιατρικές, κτηνιατρικές, γεωπονικές, δασολογικές και πολυτεχνικές (πρακτικός τύπος). Η εισαγωγή γινόταν με βάση το γενικό βαθμό του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου», ανάλογα με τον εκάστοτε κλειστό αριθμό (numerus clausus), που οριζόταν για κάθε σχολή. Πλέον οι εξετάσεις διενεργούνταν από το ΥΠΕΠΘ, οι μαθητές εξετάζονταν σε προκαθορισμένα μαθήματα και τα γραπτά τους βαθμολογούνταν από εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’60, οι πανεπιστημιακές σχολές βρίσκονταν αποκλειστικά συγκεντρωμένες στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Οι νέες όμως συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην ελληνική οικονομία και κοινωνία μεταπολεμικά, η δικαιολογημένη απαίτηση της ελληνικής επαρχίας για ορθολογικότερη κατανομή των εκπαιδευτικών ευκαιριών και η αυξανόμενη ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές άνοιξαν το δρόμο στην ίδρυση νέων πανεπιστημίων σε όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας. Στη χώρα μας, η πολιτική ίδρυσης περιφερειακών πανεπιστημίων σε μικρά αστικά κέντρα διασπαρμένα σε όλη την επικράτεια ξεκίνησε στη δεκαετία του ’60, «ανδρώθηκε» τις επόμενες δεκαετίες του ’70 και του ’80 και συνεχίζεται στις μέρες μας. Το Πανεπιστήμιο της Πάτρας ιδρύθηκε το 1964 και άρχισε τη λειτουργία του 2 χρόνια αργότερα, το 1996/7, με τη Φυσικομαθηματική Σχολή, στην οποία εισήχθησαν οι 150 πρώτοι φοιτητές. Το 1967 ιδρύθηκε και η Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ξεκίνησε τη λειτουργία του ως παράρτημα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1964, με τη Φιλοσοφική Σχολή, στην οποία εισήχθηκαν 200 φοιτητές. Το 1970 δημιουργήθηκε αυτοτελές «Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων», και σ’ αυτό εντάχθηκαν τα μέχρι τότε λειτουργούντα Φιλοσοφικά και Μαθηματικά Τμήματα. Η δικτατορία Το 1965 ανέκυψε πολιτειακή κρίση, τα γνωστά Ιουλιανά, και ακυρώθηκε η μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Λίγο αργότερα (το 1967) ό,τι είχε απομείνει καταργήθηκε από το στρατιωτικό καθεστώς, το οποίο με το Α.Ν. 129/1967 επανέφερε τη διδασκαλία της καθαρεύουσας σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, καθώς και τις εισαγωγικές εξετάσεις από το δημοτικό στο γυμνάσιο, το οποίο έγινε εξάχρονο. Καταργήθηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και η επέκταση της υποχρεωτικής φοίτησης στο Γυμνάσιο. Το 1970 ιδρύθηκαν με δάνειο από τη Διεθνή Τράπεζα τα ΚΑΤΕΕ, ανώτερες τεχνικές επαγγελματικές σχολές τριετούς φοίτησης. Το 1967 καταργήθηκε το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» ως σύστημα επιλογής και επανήλθε μια μορφή του προηγούμενου συστήματος με μεικτά χαρακτηριστικά. Οι εξετάσεις διενεργούνταν στις έδρες των πανεπιστημίων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ιωάννινα), τα θέματα ορίζονταν από την Επιτροπή Εισιτηρίων Εξετάσεων και η βαθμολόγηση γινόταν από καθηγητές ΑΕΙ και λυκειάρχες ή γυμνασιάρχες. Οι υποψήφιοι εισάγονταν στις σχολές της προτίμησής τους κατά σειρά συνολικής βαθμολογίας μέχρι συμπλήρωσης του ορισμένου αριθμού εισακτέων (numerus clausus) και συνυπολογιζόταν στη βαθμολογία των εξετάσεων ο βαθμός του απολυτηρίου. Τάσεις στην εκπαίδευση στη δεκαετία του ’60 Η δεκαετία του ’60 σφραγίστηκε από την προσπάθεια μιας μεταρρύθμισης που είχε κοινά χαρακτηριστικά με τις μεταρρυθμίσεις ή τις προσπάθειες για μεταρρύθμιση του 1913, του 1917 και του 1929, παρ’ όλο που αρκετά πράγματα είχαν αλλάξει από τότε, τόσο στην οικονομική ζωή όσο και στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα της χώρας. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα επιτελούνταν σημαντικές μεταβολές στη διάρθρωση των τομέων της οικονομίας. Σημειωνόταν ραγδαία υποχώρηση του πρωτογενούς τομέα και αθρόα αγροτική έξοδος, όχι τόσο προς τη μικρής χωρητικότητας βιομηχανία αλλά προς τις υπηρεσίες, τον κρατικό μηχανισμό και τα ελεύθερα επαγγέλματα. Παράλληλα, σημειωνόταν και μια σημαντική αύξηση του δημοσίου τομέα σε βάρος του ιδιωτικού στον τομέα της απασχόλησης. Αυτή την περίοδο η εκπαίδευση έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ως προς την ένταξη χιλιάδων ανθρώπων στο δημόσιο τομέα, αλλά και στον ελευθεροεπαγγελματισμό (δικηγόροι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, ηλεκτρολόγοι), σε μια κοινωνία που λειτουργούσε στη βάση δημιουργίας ενός υπερδιογκωμένου κρατικού μηχανισμού και ενός υπερπληθυσμού των λεγόμενων ελεύθερων επαγγελμάτων. Ειδικά η απασχόληση στο Δημόσιο εμφανίστηκε για ορισμένα κοινωνικά στρώματα (εργατικά και αγροτικά κυρίως) ως η μόνη ελπίδα οικονομικής εξασφάλισης, επαγγελματικής αποκατάστασης και κοινωνικής ανέλιξης. Για τα στρώματα αυτά, το «όχημα» της εκπαίδευσης αδυνάτιζε την προοπτική παραμονής στην ύπαιθρο, απέτρεπε την προοπτική της χειρωνακτικής εργασίας στις πόλεις ή της μετανάστευσης στο εξωτερικό και οδηγούσε σχεδόν αποκλειστικά στον υπαλληλισμό, αφού το ελληνικό Δημόσιο και οι παραφυάδες του (δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες, ΝΠΔΔ) απορροφούσαν το σύνολο σχεδόν των πτυχιούχων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που ήθελαν να εργαστούν ως μισθωτοί. Ακριβώς σ’ αυτή τη συγκυρία, οι δυνατότητες απορρόφησης και στελέχωσης των πολλαπλασιαζόμενων διαθέσιμων θέσεων στους αναπτυσσόμενους τομείς της οικονομίας «δυνάμωσαν» τις ανάγκες διεύρυνσης της «στρατολόγησης» εκπαιδευμένων ανθρώπων που θα καταλάμβαναν αυτές τις θέσεις. Η «στρατολόγηση» αυτή είχε ως προαπαιτούμενο την κατοχή εκπαιδευτικών τίτλων που ουσιαστικά «λειτουργούσαν» ως «όχημα» για την κατάκτηση θέσης εργασίας μη χειρωνακτικής, δημόσιας, άρα μόνιμης. Έτσι, το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης, και ιδιαίτερα το πτυχίο του πανεπιστημίου, απέκτησε τεράστια σημασία αυτή την περίοδο, αφού συνδέθηκε άμεσα με την κατάληψη μιας θέσης στον «αναπτυσσόμενο» δημόσιο τομέα, η διόγκωση του οποίου παρέπεμπε σε μια διαρκή υπόσχεση για την απορρόφηση και την αποκατάσταση των πτυχιούχων. Στο πλαίσιο αυτά πρέπει να δει κανείς και την ίδρυση των περιφερειακών πανεπιστημίων, εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, όπως του Πανεπιστημίου Πατρών (1964), της Πολυτεχνικής Σχολής Πατρών (1967), του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1964-70), του Πανεπιστημίου Κρήτης (1973) και του Πανεπιστημίου Θράκης (1973). Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ 1974 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ Οι δεκαετίες του ’70 και του ’80 χαρακτηρίστηκαν από τους υψηλούς ρυθμούς μαζικοποίησης της ελληνικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της, και ιδιαίτερα στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Οι ασκούμενες κοινωνικές πιέσεις για εκπαίδευση, τα λαϊκά αιτήματα και οι διεκδικήσεις, οι ανάγκες του υπαρκτού καταμερισμού εργασίας και η διάχυση των αντιλήψεων της εποχής σχετικά με τη σημασία της εκπαίδευσης για την οικονομική ανάπτυξη συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός κλίματος που ευνοούσε το «άνοιγμα» του εκπαιδευτικού συστήματος για «εθνικούς, οικονομικούς και αναπτυξιακούς λόγους». Οι τάσεις αυτές «σχηματοποιήθηκαν» το 1975, με το άρθρο 16 του συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώθηκε ο θεσμός της «9χρονης και δωρεάν υποχρεωτικής φοίτησης». Οι 263.000 μαθητές γυμνασίου του 1970 έγιναν 429.000 το 1980 και ξεπέρασαν τις 442.000 το 1990, παρ’ όλο που ήδη το δημογραφικό έχει αρχίσει να «αποψιλώνει» το νεανικό πληθυσμό. Παράλληλα μαζικοποιήθηκε και το λύκειο (Γενικό – ΕΠΛ – ΤΕΛ), αφού, από 173.000 μαθητές το 1970, ξεπέρασε τις 257.000 το 1980 και έφτασε τις 361.000 το 1990. Η περίοδος 1974-80 Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση υπήρξε διαρκής και μόνιμος στόχος της πολιτικής εξουσίας, αφού οι κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις διαπερνούσαν και αναπαράγονταν μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, με αποτέλεσμα αυτό να βρίσκεται σε μόνιμη κρίση, που άλλοτε αμβλυνόταν κι άλλοτε οξυνόταν. Μέσα από τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, η πολιτική εξουσία επεδίωκε να ξεπεράσει την κρίση και να «βάλει τάξη» στην εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, προωθούσε αλλαγές στη δομή και στη λειτουργία της με σκοπό να υπηρετεί αποτελεσματικότερα τη διευρυμένη αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και την εγχάραξη της κυρίαρχης ιδεολογίας. Νέα προσπάθεια για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αστικό εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης ξεκίνησε το 1976, επί κυβερνήσεως Νέας Δημοκρατίας (Κων/νος Καραμανλής), με την παρουσίαση του νέου νόμου για την εκπαίδευση (Ν. 309/76) «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της γενικής εκπαιδεύσεως» (υπουργός Παιδείας Π. Ζέπος) Η μεταρρύθμιση απέβλεπε στην άρση των σοβαρών εκπαιδευτικών προβλημάτων που είχε συσσωρεύσει η εκπαιδευτική πολιτική της δικτατορίας και στη διαμόρφωση μιας εκπαιδευτικής δομής που θα ανταποκρινόταν στις νέες κυρίαρχες οικονομικές ανάγκες στο πλαίσιο της εξαρτημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας. Επανήλθε σε ισχύ και κατοχυρώθηκε θεσμικά η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, για την οποία, ένα χρόνο πριν, στο Σύνταγμα του 1975 προβλεπόταν ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες και ότι τα έτη της υποχρεωτικής φοίτησης είναι εννέα. Στο δημοτικό σχολείο η φοίτηση ήταν εξαετής και η γλώσσα διδασκαλίας η δημοτική. Από το σχολικό έτος 1979/80 το τριετές γυμνάσιο έγινε υποχρεωτικό για όλα τα παιδιά. Γλώσσα διδασκαλίας σ’ αυτό ήταν η νεοελληνική, ενώ εισήχθη η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση και όχι από το πρωτότυπο. Προβλεπόταν η διάκριση της μέσης εκπαίδευσης σε αυτοτελή επίπεδα: το γυμνάσιο και το λύκειο και η μεικτή συνεκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες. Ως προς τις λεπτομέρειες του, τα κύρια σημεία του 309/7 ήταν: η κατάργηση των εισιτηρίων εξετάσεων για το γυμνάσιο, η κατάργηση της αριθμητικής βαθμολογίας στο δημοτικό σχολείο και των γραπτών προαγωγικών εξετάσεων στο γυμνάσιο, η καθιέρωση εισαγωγικών εξετάσεων για τη μετάβαση από το γυμνάσιο στο λύκειο. Το 1980 οι εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ονομάστηκαν «Πανελλήνιες Εξετάσεις», σύμφωνα με τις οποίες οι υποψήφιοι εισάγονταν κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας μέχρι συμπλήρωσης του numerus clausus κάθε σχολής. Οι σχολές εντάχθηκαν σε δύο ομάδες (θεωρητικής και πρακτικής κατεύθυνσης) και τα μαθήματα της Β΄ και Γ΄ τάξης του λυκείου χωρίστηκαν σε μαθήματα «κορμού» και μαθήματα «επιλογής». Οι εξετάσεις της Β΄ και της Γ΄ Λυκείου γίνονταν σε πανελλήνια κλίμακα, με κοινά θέματα που ετίθεντο από την Κεντρική Επιτροπή Πανελλήνιων Εξετάσεων. Οι βαθμοί που λάμβαναν οι μαθητές κατά τις δύο πανελλήνιες εξετάσεις (Β΄ και Γ΄ Λυκείου) μαζί με τους βαθμούς προαγωγής της Β΄ Λυκείου και του απολυτηρίου της Γ΄ Λυκείου αποτελούσαν το βαθμό των δύο τύπων απολυτηρίων, ανάλογα με την κατεύθυνση (θεωρητική και πρακτική). Η «καινοτομία» του συστήματος των Πανελληνίων Εξετάσεων ήταν η διπλή εξεταστική δοκιμασία (Β΄ και Γ΄ Λυκείου), που ήταν υποχρεωτική για όλους τους μαθητές. Ακριβώς αυτή η «καινοτομία», η πρόσδεση του συστήματος εισαγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαιδευτική διαδικασία, συνεπαγόταν τη μεταφορά κάθε εκπαιδευτικής-κοινωνικής ανισότητας και διάκρισης μέσα στο λύκειο. Με το Ν. 576/1977 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της μέσης, ανωτέρας επαγγελματικής και τεχνικής εκπαιδεύσεως» (υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης) η ΤΕΕ χωρίστηκε σε μέση και ανωτέρα. Στους αποφοίτους του γυμνασίου προσφέρονταν τρεις δρόμοι: τριετές γενικό ή τριετές τεχνικό επαγγελματικό λύκειο με εισαγωγικές εξετάσεις, τεχνική επαγγελματική σχολή, μονοετής ή διετής χωρίς εξετάσεις, και έξοδος στην παραγωγή. Η μεταρρύθμιση του 1976 χαρακτηριζόταν ως «ένα γερασμένο νεογέννητο», καθώς ερχόταν καθυστερημένη και γεμάτη αδυναμίες. Πρέπει να τονιστεί ότι από το 1976 και με το νόμο 309 επιδιώχθηκε η αντιστροφή της σχέσης γενικής εκπαίδευσης προς όφελος της τεχνικής, σύμφωνα με τα δεδομένα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Χαρακτηριστικά, στην έκθεση του νόμου 309/76 αναφερόταν ότι «θα διπλασιαστεί ο αριθμός των στρεφόμενων προς την επαγγελματικήν εκπαίδευσιν νέων διά την ενίσχυσιν με εξειδικευμένον προσωπικόν του αναπτυσσομένου τεχνικού τομέως της χώρας... Τίθεται φραγμός εις την ανεξέλεγκτον παραγωγήν αποφοίτων εξαταξίων Γυμνασίων, ο κύριος όγκος των οποίων έναντι του εμποδίου των εισιτηρίων εξετάσεων διά το Λύκειον θα στραφεί προς τας πρακτικάς και τεχνικάς κατευθύνσεις». Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των αποφοίτων γυμνασίου στρεφόταν στο γενικό λύκειο, το οποίο εθωρείτο πιο σίγουρος δρόμος για το πανεπιστήμιο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 το ποσοστό των αποφοίτων του γυμνασίου που βρισκόταν εγγεγραμμένο στα τεχνικοεπαγγελματικά λύκεια δεν ξεπερνούσε το 20%-25%. Η τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση έμενε ο «φτωχός συγγενής» της γενικής, μια αναγκαστική διέξοδος για όσους αποτύγχαναν να εισέλθουν στο γενικό λύκειο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 το γυναικείο φύλο εξακολουθούσε να συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά αναλφάβητων και τα μικρότερα ποσοστά πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Στην απογραφή του 1971, τα επτά στα δέκα άτομα που δεν είχαν απολυτήριο δημοτικού ή ήταν αναλφάβητα ήταν γυναίκες. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πάλι, οι γυναίκες αποτελούσαν την ίδια περίοδο μόλις το 29%. Η περίοδος 1981-89 Μετά την κυβερνητική αλλαγή του 1981 δρομολογήθηκε μια σειρά μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στην ελληνική εκπαίδευση που αναφέρονταν σ’ όλες τις βαθμίδες της. Η εκσυγχρονιστική πολιτική στην εκπαίδευση υπήρξε διορθωτική-προσαρμοστική επιδιώκοντας την ευθυγράμμιση του εκπαιδευτικού θεσμού με τα νέα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τον Οκτώβριο του 1981 μέχρι τον Ιούνιο του 1982 (υπουργός Παιδείας Λ. Βερυβάκης) θεσμοθετήθηκαν οι παρακάτω αλλαγές: Με το ΠΔ 297 του 1982 καθιερώθηκε το μονοτονικό σύστημα. Με το Ν. 1304 του 1982 «για την επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση και τη διοίκηση στη γενική και τη μέση τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση» καταργήθηκαν οι επιθεωρητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και εισήχθη ο θεσμός του σχολικού συμβούλου. Το 1982, πάλι, ψηφίστηκε ο ν. 1268 «για τη δομή και τη λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων». Ο νόμος αυτός, ανάμεσα στα άλλα, καταργούσε την έδρα. Με το άρθρο 46 του ν. 1268/82 προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημιακών παιδαγωγικών τμημάτων με σκοπό την εκπαίδευση δασκάλων και νηπιαγωγών. Το 1983 (υπουργός Παιδείας Α. Κακλαμάνης) ψηφίστηκε ο ν. 1404, που καταργούσε τα ΚΑΤΕΕ και θεσμοθετούσε τα ΤΕΙ. Προχωρούσε η συγγραφή νέων σχολικών βιβλίων για τους μαθητές και για το δάσκαλο, καθώς και νέων αναλυτικών προγραμμάτων τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στις παραπάνω μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις θα πρέπει να προστεθούν η ίδρυση, το 1983, 220 μεταλυκειακών προπαρασκευαστικών κέντρων με στόχο την προετοιμασία των νέων που δεν πέτυχαν στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ και επιθυμούσαν να ξαναδοκιμάσουν, η κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα λύκεια και η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ (σύστημα δεσμών, απεριόριστη δυνατότητα συμμετοχής στις εισαγωγικές). Στις 5/2/85 κατατέθηκε στη Βουλή (υπουργός Παιδείας Α. Κακλαμάνης) το σχέδιο νόμου για τη «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (1566/85). Στο ν. 1566/85, ανάμεσα σε άλλα, προβλέπονταν: η εξαετής φοίτηση στο δημοτικό σχολείο και η τρίχρονη στο γυμνάσιο αποτελούσαν την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Στους αποφοίτους της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης προσφέρονταν διάφοροι σχολικοί δρόμοι: το γενικό λύκειο, το τεχνικοεπαγγελματικό λύκειο (ΤΕΛ), το πολυκλαδικό λύκειο (ΕΠΛ) και οι τεχνικές επαγγελματικές σχολές (ΤΕΣ). Η πρόσβαση σ’ όλους αυτούς τους τύπους σχολείων του δεύτερου κύκλου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ήταν ανοιχτή για όλους τους κατόχους απολυτηρίου γυμνασίου. Οι απόφοιτοι των τεχνικών επαγγελματικών σχολών οδηγούνταν στην παραγωγή. Οι απόφοιτοι όλων των τύπων λυκείων (ΓΕΛ, ΤΕΛ, ΕΠΛ κ.ά.) μπορούσαν να διεκδικήσουν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ΑΕΙ-ΤΕΙ) συμμετέχοντας στις γενικές εξετάσεις (οι απόφοιτοι των τεχνικών επαγγελματικών λυκείων στα ΤΕΙ, χωρίς εξετάσεις με βάση τη βαθμολογία τους, και σε ένα ποσοστό θέσεων των ΑΕΙ). Από το 1983 οι Πανελλήνιες Εξετάσεις μετονομάστηκαν σε Γενικές Εξετάσεις. Καθιερώθηκαν τέσσερις δέσμες στην Γ΄ Λυκείου και οι σχολές και τα τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αντιστοιχήθηκαν σ’ αυτές. Στην α΄ δέσμη τα εξεταζόμενα μαθήματα ήταν η Έκθεση, η Φυσική, η Χημεία, τα Μαθηματικά και οι υποψήφιοι οδηγούνταν στις πολυτεχνικές σχολές, στη β΄ δέσμη τα εξεταζόμενα μαθήματα ήταν η Έκθεση, η Φυσική, η Χημεία και η Βιολογία οδηγώντας βασικά στις ιατρικές σχολές, στην γ΄ δέσμη η Έκθεση, τα Αρχαία, τα Λατινικά και η Ιστορία, οδηγώντας στις φιλοσοφικές, νομικές, θεολογικές και παιδαγωγικές κυρίως σχολές. Στην δ΄ δέσμη τα εξεταζόμενα μαθήματα ήταν η Έκθεση, τα Μαθηματικά, η Ιστορία και η Κοινωνιολογία και οι υποψήφιοί της οδηγούνταν κυρίως στις οικονομικές σχολές. Μαζί με την επίδοση στις Γενικές Εξετάσεις συνεκτιμάτο σε ποσοστό 25% συνολικά η επίδοση στις τρεις τάξεις του λυκείου. Από το 1988 καταργήθηκε η βαθμολογία του λυκείου ως συντελεστή εισαγωγής, καθιερώθηκε «Βασικό μάθημα» σε κάθε δέσμη, το οποίο και πριμοδοτούνταν με ειδικό συντελεστή βαρύτητας, ενώ η κλίμακα βαθμολόγησης των γραπτών μεγάλωσε και από 1-20 έγινε 1-80. Tο 1984 ιδρύθηκε το Iόνιο Πανεπιστήμιο με έδρα την Kέρκυρα, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με έδρα το Βόλο και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου με έδρα τη Μυτιλήνη. Στη διάρκεια της εικοσαετίας 1971-91 άλλαξαν πολλά στον εκπαιδευτικό χάρτη της Ελλάδας. Η βαθμιαία περιστολή του αναλφαβητισμού και η όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στην υποχρεωτική –εννιάχρονη πια– εκπαίδευση, στο λύκειο και στις ανώτερες και ανώτατες σχολές, ανέβασαν το γενικό εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού. Οι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης από 13,7% το 1971 διπλασιάστηκαν το 1991, φτάνοντας το 25,5%. Οι πτυχιούχοι ΑΕΙ, από 2,9%, το 1971 υπερδιπλασιάστηκαν το 1991, φτάνοντας το 6,64% του πληθυσμού ηλικίας 10 ετών και άνω. Παράλληλα, μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό των αναλφάβητων. Η περίοδος 1990-93 Τον Απρίλιο του 1990 η Ν.Δ. σχημάτισε κυβέρνηση (Κ. Μητσοτάκης) και υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Β. Κοντογιαννόπουλος. Το Μάιο του 1990 ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες αναταράξεις στο χώρο της μέσης εκπαίδευσης (απεργίες, συγκεντρώσεις διαδηλώσεις εκπαιδευτικών, απειλή καταλήψεων εξεταστικών κέντρων, αναβολή για ένα μήνα των Γενικών Εξετάσεων) με φόντο «την εκφρασμένη διάθεση του κυβερνώντος κόμματος για επιβολή λιτότητας στη δημόσια εκπαίδευση και ιδεολογική χειραγώγηση εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων» (ΟΛΜΕ). Το Νοέμβριο του 1990 δημοσιεύθηκαν στα ΦΕΚ 154Α, 155Α και 156 Α/21-11-1990 το ΠΔ 390/90 «Οργάνωση και λειτουργία των δημοτικών σχολείων», το ΠΔ 392/90 «Οργάνωση και λειτουργία λυκείων» και το ΠΔ 393/90 «Οργάνωση και λειτουργία γυμνασίων». Τα ΠΔ επανέφεραν τις εξετάσεις και τη βαθμολογία στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και καθιέρωναν τις «μονάδες παιδαγωγικού ελέγχου», ανάλογα με τις οποίες χαρακτηριζόταν η διαγωγή των μαθητών. Στις 22/11/1990, ημερομηνία δημοσίευσης στο ΦΕΚ των Π.Δ. που αναφέρονταν στην οργάνωση και λειτουργία των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι μαθητές γυμνασίων και λυκείων του Ηρακλείου Κρήτης, της Κέρκυρας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης κατέλαβαν τα σχολεία τους. Ακολούθησε η Αθήνα και μέχρι τις 10/12/1990 έγινε κατάληψη σε εκατοντάδες γυμνάσια και λύκεια σε όλη τη χώρα. Μετά από μία περίοδο χειρισμού της κρίσης (παραιτήθηκε ο Β. Κοντογιαννόπουλος και ανέλαβε υπουργός Παιδείας ο Γ. Σουφλιάς) που συντάραξε την εκπαίδευση στα τέλη του 1990, και ιδιαίτερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1991, το ΥΠΕΠΘ παρουσίασε τα ΠΔ 462/91, «Αξιολόγηση και ενισχυτική διδασκαλία μαθητών δημοτικού σχολείου», 429/91, «Αξιολόγηση και ενισχυτική διδασκαλία μαθητών γυμνασίου», το ν. 2009/92 «Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και άλλες διατάξεις», το Ν. 2043/92 για την «Εποπτεία και διοίκηση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», το ΠΔ 250/92 «Ρύθμιση θεμάτων υποχρεωτικής επιμόρφωσης», το ΠΔ 250/92 «Ρύθμιση θεμάτων υποχρεωτικής επιμόρφωσης και θεμάτων λειτουργίας των περιφερειακών επιμορφωτικών κέντρων» και το ΠΔ 320/93 «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση». Με το ν. 2043/92 για την «Εποπτεία και διοίκηση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» καθορίστηκαν οι όροι επιλογής των διευθυντών και των προϊσταμένων των διευθύνσεων εκπαίδευσης και η μονιμοποίησή τους. Βασικό στοιχείο των ΠΔ (462/91 και 429/91) για την αξιολόγηση των μαθητών υπήρξε η επαναφορά των γραπτών προαγωγικών και απολυτηρίων εξετάσεων για τις Ε’ και ΣΤ’ τάξεις του δημοτικού σχολείου και για το γυμνάσιο. Το ΠΔ 250/92 για τη «Ρύθμιση θεμάτων υποχρεωτικής επιμόρφωσης και θεμάτων λειτουργίας των περιφερειακών επιμορφωτικών κέντρων» και η υπουργική απόφαση 2047171/3557/0022 καθόριζαν τον αριθμό των ΠΕΚ (Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα), το διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, το ύψος της αποζημίωσής τους, το δικαίωμα συμμετοχής και τη διαδικασία πρόσκλησης στην αντίστοιχη επιμόρφωση, το πρόγραμμα μαθημάτων της εισαγωγικής και της περιοδικής επιμόρφωσης, τις εργασίες, τις υποδειγματικές διδασκαλίες, τις εξετάσεις, τις υποχρεώσεις, τα πιστοποιητικά επιμόρφωσης, τα κριτήρια αξιολόγησης, την επιμόρφωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τις αρμοδιότητες του Συντονιστικού Συμβολίου του ΠΕΚ, το είδος και τον τρόπο πρόσληψης του διδακτικού προσωπικού. Ο υποψήφιος για διορισμό έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει από εισαγωγική επιμόρφωση και να αξιολογηθεί, αφού το πιστοποιητικό (τύπου Α) εθεωρείτο «προϋπόθεση και προσόν διορισμού» στη δημόσια εκπαίδευση. Με το ΠΔ 320/93 «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση» καθορίζονταν οι όροι αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Με το ν. 2009/14-2-92 «Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με την ίδρυση του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΕΕΚ) και τη λειτουργία των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ)» καθιερώθηκε το «Εθνικό Σύστημα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης» (ΕΣΕΕΚ). Για την εκπλήρωση των σκοπών του ΕΣΕΕΚ οργανώθηκαν και λειτούργησαν ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ) δημόσια ή ιδιωτικά, τα οποία δεν εντάσσονταν στο εκπαιδευτικό σύστημα και σε εκπαιδευτική βαθμίδα. Το 1990 ιδρύθηκε το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, με έδρα την Αθήνα. Η περίοδος 1993-2003 Τον Οκτώβριο του 1993 το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην κυβερνητική εξουσία. Υπουργός Παιδείας ανέλαβε την πρώτη περίοδο ο Δ. Φατούρος και από το φθινόπωρο του 1994 ο Γ. Παπανδρέου. Το Νοέμβριο του 1994 ανεστάλη το ΠΔ 320/93 για την «Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση» και αναγγέλθηκε η αναμόρφωσή του. Επίσης, καταργήθηκαν μερικώς οι διαδικασίες βαθμολόγησης και κατάταξης των εκπαιδευτικών στην επιμόρφωση (ΠΕΚ) με τροποποίησηη διατάξεων του ΠΔ 250/92. Αλλαγές έγιναν και στο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών στα δημοτικά και στα γυμνάσια, το οποίο τελικά ρυθμιζόταν με την έκδοση του ΠΔ 409/94 (ΦΕΚ 226 Α/22-12/1994). Το νέο σύστημα αξιολόγησης των μαθητών περιλάμβανε γραπτές ανακεφαλαιωτικές εξετάσεις Ιουνίου, ωριαίες υποχρεωτικές γραπτές δοκιμασίες ανά μία κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων, τεστ ολιγόλεπτα, συνθετικές δημιουργικές εργασίες και περιγραφική αξιολόγηση. Προτεινόταν νέο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Εθνικό Απολυτήριο). Μέσα στο ίδιο έτος θεσμοθετήθηκε με το ν. 2333/95 η Εθνική Διακομματική Επιτροπή Παιδείας. Με το ν. 2327/95 ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ) και το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (ΚΕΕ). Με το ν. 2413/96, «Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, η διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις», ρυθμίζονταν θέματα της ελληνικής παιδείας στο εξωτερικό, ιδρυόταν το Ινστιτούτο Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης και οριοθετούνταν ο σκοπός και το περιεχόμενο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης Τον Οκτώβριο του 1996 το ΠΑΣΟΚ ήταν ο νικητής της εκλογικής αναμέτρησης και σχημάτιζε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κων/νο Σημίτη. Τη θέση του υπουργού Παιδείας κατέλαβε ο Γεράσιμος Αρσένης. Την 20ή Ιανουαρίου 1997 οι καθηγητές άρχισαν μια από τις μεγαλύτερες σε έκταση και ένταση απεργίες, που διήρκεσε μέχρι τη 14η Μαρτίου. Σε ανοιχτή επιστολή της ΟΛΜΕ (19/2/1997), η οποία φάνηκε να εκφράζει την ουσία της κινητοποίησης των εκπαιδευτικών, επισημάνθηκε ανάμεσα σε άλλα ότι «ο απεργιακός αγώνας δεν έχει στενόθωρα κίνητρα και ταπεινά ελατήρια. Είναι ένας αγώνας στον οποίο μας ώθησε μια πολιτική συνεχούς υποβάθμισης και απαξίωσης της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης και των λειτουργών της (...) Η έννοια της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης μέρα με τη μέρα χάνει κάτι από το συστατικό της περιεχόμενο, καθώς η ελληνική οικογένεια υφίσταται συνεχή οικονομική αφαίμαξη από την παρασχολική δραστηριότητα». Τον Ιούλιο του 1997 το ΥΠΕΠΘ έδωσε στη δημοσιότητα τις γενικές κατευθύνσεις της μεταρρυθμιστικής του πρότασης με το κείμενο «Εκπαίδευση 2000: Για μια παιδεία ανοικτών οριζόντων». Δύο ήταν οι βασικοί νόμοι οι οποίοι ψηφίστηκαν την περίοδο αυτή. Πρόκειται για το ν. 2525/97 «Ενιαίο λύκειο, πρόσβαση των αποφοίτων του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και άλλες διατάξεις», και το ν. 2640/98 «Δευτεροβάθμια τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις». Με το ν. 2525/97 καθιερώθηκε ο θεσμός του ενιαίου λυκείου και οριοθετήθηκε το γενικό πλαίσιο του τρόπου πρόσβασης των κατόχων Απολυτηρίου Ενιαίου Λυκείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε το πλαίσιο διορισμού των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (κατάργηση της επετηρίδας και θεσμοθέτηση εξετάσεων μέσω ΑΣΕΠ), η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το ολοήμερο νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο, τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, τα περιφερειακά κέντρα στήριξης εκπαιδευτικού σχεδιασμού, θέματα σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, τα προγράμματα σπουδών επιλογής (ΠΣΕ) και η ενισχυτική διδασκαλία. Με το ν. 2640/98 «Δευτεροβάθμια τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις» συγκροτήθηκε ένα σύστημα τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης με την κατάργηση όλων των προηγούμενων μορφών δευτεροβάθμιας τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης (ΤΕΛ-ΤΕΣ) και τη δημιουργία των τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων (ΤΕΕ), τα οποία οργανώθηκαν σε δύο κύκλους (α΄ κύκλος διάρκειας δύο ετών και β΄ κύκλος διάρκειας ενός έτους). Το Νοέμβρη του 1997 υπογράφτηκε η υπουργική απόφαση Γ2/6953/28-11-97 «Ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων των τάξεων Α΄, Β΄ και Γ΄ Λυκείου». Η Α΄ Λυκείου ορίστηκε ως τάξη προσανατολισμού που «περιέχει γενικά μαθήματα, συνολικής διάρκειας 29 ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας, και μαθήματα επιλογής, από τα οποία ο μαθητής είναι υποχρεωμένος να επιλέξει ένα μάθημα διάρκειας δύο ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας». Τα μαθήματα της Β΄ Λυκείου «χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Μαθήματα Γενικής Παιδείας και μαθήματα Κατευθύνσεως. Τα μαθήματα Γενικής Παιδείας διδάσκονται συνολικά είκοσι τρεις (23) ώρες εβδομαδιαίως. Τα μαθήματα Κατευθύνσεων χωρίζονται σε μαθήματα υποχρεωτικά για όλους τους μαθητές συνολικής διάρκειας έξι (6) ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας και σε μαθήματα επιλογής. Από τα μαθήματα επιλογής κάθε μαθητής είναι υποχρεωμένος να επιλέξει ένα μάθημα διάρκειας δύο ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας». Τα μαθήματα της Γ΄ Λυκείου «χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: μαθήματα Γενικής Παιδείας και μαθήματα Κατευθύνσεων. Τα μαθήματα Γενικής Παιδείας διδάσκονται συνολικά δεκαέξι (16) ώρες εβδομαδιαίως. Τα μαθήματα Κατευθύνσεων χωρίζονται σε μαθήματα υποχρεωτικά για όλους τους μαθητές συνολικής διάρκειας δώδεκα (12) ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας και σε μαθήματα επιλογής. Από τα μαθήματα επιλογής κάθε μαθητής είναι υποχρεωμένος να επιλέξει ένα μάθημα διάρκειας δύο ωρών εβδομαδιαίας διδασκαλίας…». Η τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση θα παρεχόταν πλέον στα τεχνικά-επαγγελματικά εκπαιδευτήρια (ΤΕΕ). Τα ΤΕΕ ανήκαν στη δευτεροβάθμια μεταγυμνασιακή εκπαίδευση. Σε αυτά εισάγονταν οι κάτοχοι απολυτηρίου γυμνασίου, χωρίς εξετάσεις. Οι σπουδές στα ΤΕΕ θα διαρκούσαν έως και τρία έτη και θα οργανώνονταν σε δύο κύκλους, Α΄ και Β΄, οι οποίοι περιλάμβαναν επιμέρους τομείς και ειδικότητες. Ο Α΄ κύκλος σπουδών θα είχε διάρκεια δύο έτη, ενώ μπορεί να ήταν και εσπερινής φοίτησης διάρκειας τριών ετών. Ο Β΄ κύκλος σπουδών θα διαρκούσε ένα έτος, και ειδικά στα ΤΕΕ εσπερινής φοίτησης ένα εξάμηνο επιπλέον. Οι μαθητές μετά την αποφοίτησή τους από τον Α΄ κύκλο σπουδών θα λάμβαναν, κατόπιν εξετάσεων, πτυχίο επιπέδου ΙΙ. Οι μαθητές του Β΄ κύκλου σπουδών θα λάμβαναν, κατόπιν εξετάσεων, πτυχίο επιπέδου ΙΙΙ. Οι πτυχιούχοι του Β΄ κύκλου σπουδών θα εισάγονταν στα ΤΕΙ, σε τμήματα αντίστοιχης ειδικότητας με την ειδικότητα του πτυχίου τους, κατόπιν εξετάσεων. Τα προγράμματα διδασκαλίας των ΤΕΕ θα περιλάμβαναν θεωρητικά και εργαστηριακά μαθήματα των ειδικοτήτων και βασικά μαθήματα γενικής παιδείας και γενικής ωφελιμότητας. Τα μαθήματα γενικής παιδείας και γενικής ωφελιμότητας θα κάλυπταν το 40% των συνολικών ωρών του ωρολογίου προγράμματος στο πρώτο έτος του Α΄ κύκλου, το 35% στο δεύτερο έτος του Α΄ κύκλου και το 25% στον Β΄ κύκλο, αντιστοίχως. Η εισαγωγή των φοιτητών στα ΑΕΙ-ΤΕΙ εξαρτάτο από την επίδοσή τους σε εξετάσεις εθνικού επιπέδου, που λάμβαναν χώρα στη Β΄ και Γ΄ τάξη του λυκείου (εξετάσεις σε 13-14 μαθήματα κάθε φορά). Το κύριο χαρακτηριστικό του συστήματος αυτού ήταν ότι βασιζόταν ως προς τα κριτήρια επιλογής των εισαγόμενων τελειοφοίτων σε βαθμολογικά δεδομένα προφορικής και γραπτής εξέτασης μαθημάτων των δύο τελευταίων τάξεων του Ενιαίου Λυκείου. Όλα τα στοιχεία έδειχναν ότι περίπου οι 8 στους 10 μαθητές της Β΄ και Γ΄ τάξης του λυκείου κατέφευγαν σε κάποια μορφή φροντιστηρίου, αυξάνοντας δραματικά τις ιδιωτικές εκπαιδευτικές δαπάνες. Στις εξετάσεις της Β΄ Λυκείου του 1999 απορρίφθηκε το 30% των μαθητών – ποσοστό πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της ελληνικής εκπαίδευσης. Τον επόμενο χρόνο το σύστημα προκάλεσε νέο «σοκ», καθώς κατασκεύασε τεχνητά 11.500 αριστούχους, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν κατάφερε να πετύχει την είσοδό της στις σχολές που έχει επιλέξει με πρώτη προτίμηση. Το 1997 ιδρύθηκε το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) με έδρα την Πάτρα. Το 2000 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και τα πρώτα δυο τμήματά του δέχτηκαν το 2002 τους πρώτους 120 φοιτητές τους. Έδρα του ορίστηκε η Τρίπολη. Μια από τις μεγαλύτερες και πιο παρατεταμένες αναταράξεις στο χώρο της μέσης εκπαίδευσης σημειώθηκε με τις μαθητικές καταλήψεις που πραγματοποιήθηκαν από το Νοέμβριο του 1998 έως τον Ιανουάριο του 1999 με αίτημα την κατάργηση των ν. 2525/97 και 2640/98. Το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου τα 2/3 των λυκείων και περίπου 200 γυμνάσια τελούσαν υπό κατάληψη ενώ την ίδια ημέρα δεκάδες χιλιάδες μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί συμμετείχαν σε μαχητικές διαδηλώσεις σε 46 ελληνικές πόλεις. Η ανατάραξη συνεχίστηκε με την ίδια περίπου ένταση και έκταση και αμέσως μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, μέχρι τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1999. ΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ Στη χώρα μας, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργούν δημόσια και ιδιωτικά νηπιαγωγεία, δημοτικά σχολεία, γυμνάσια, λύκεια και ΤΕΕ με 1.518.896 μαθητές το 2002. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά μεταξύ των ηλικιών 6-15, δηλαδή η πρωτοβάθμια (δημοτικό) και η κατώτερη δευτεροβάθμια (γυμνάσιο). H σχολική ζωή, όμως, των μαθητών μπορεί να ξεκινά από την ηλικία των 2,5 ετών (προσχολική εκπαίδευση) σε ιδρύματα (ιδιωτικά και δημόσια) που ονομάζονται βρεφονηπιακοί παιδικοί σταθμοί. Ορισμένοι βρεφονηπιακοί παιδικοί σταθμοί διαθέτουν και νηπιακά τμήματα που λειτουργούν παράλληλα προς τα νηπιαγωγεία. Η διάρκεια φοίτησης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (δημοτικό) είναι εξαετής, με ηλικία εισόδου το 6ο έτος. Παράλληλα προς τα κοινά νηπιαγωγεία και δημοτικά λειτουργούν και ολοήμερα σχολεία, τα οποία έχουν διευρυμένο ωράριο λειτουργίας και εμπλουτισμένο αναλυτικό πρόγραμμα. Η μετα-υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση του 1997, περιλαμβάνει δύο τύπους σχολείων: τα ενιαία λύκεια και τα τεχνικά επαγγελματικά εκπαιδευτήρια (ΤΕΕ). Η διάρκεια φοίτησης είναι τριετής στα ενιαία λύκεια και διετής (Α΄ κύκλος σπουδών) ή τριετής (Β΄ κύκλος σπουδών) στα τεχνικά επαγγελματικά εκπαιδευτήρια, ενώ δεν αποκλείονται αμοιβαίες μετακινήσεις από τον έναν τύπο σχολείου στον άλλο. Παράλληλα με τα κοινά σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης λειτουργούν και ειδικά νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια και λυκειακές τάξεις, που απευθύνονται σε μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Επίσης λειτουργούν και μουσικά, εκκλησιαστικά και αθλητικά γυμνάσια και λύκεια. Στη μετα-υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση εντάσσονται και τα ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ), τα οποία προσφέρουν επίσημη αλλά αδιαβάθμητη εκπαίδευση. Τα ιδρύματα αυτά χαρακτηρίζονται αδιαβάθμητα, γιατί δέχονται τόσο αποφοίτους γυμνασίου όσο και αποφοίτους λυκείου, ανάλογα με τις επιμέρους ειδικότητες που προσφέρουν. Η κατάρτιση διαρκεί έως 4 εξάμηνα, για τους κατόχους απολυτηρίου λυκείου, και 2 εξάμηνα για τους κατόχους απολυτηρίου γυμνασίου. Ο χάρτης της εκπαίδευσης που οργανώνεται και λειτουργεί από φυσικά και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου περιλαμβάνει : α. τα νηπιαγωγεία, την πρωτοβάθμια (δημοτικά) και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (γυμνάσια-λύκεια), που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 682/77 «περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαιδεύσεως και σχολικών οικοτροφείων», όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα, και κυρίως με τους νόμους 1566/85, 1810/88 και 1824/88. β. την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση (ιδιωτικά ΤΕΕ) γ. τα ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης (ιδιωτικά ΙΕΚ) δ. τα λεγόμενα εργαστήρια ελευθέρων σπουδών (ορισμένα από αυτά προβάλλονται ως «κολέγια», τα οποία δίνουν τη δυνατότητα απόκτησης πανεπιστημιακού τίτλου με σπουδές που αρχίζουν στην Ελλάδα και ολοκληρώνονται σε συνεργαζόμενα πανεπιστήμιο του εξωτερικού, αν και είναι γνωστό ότι τέτοιου είδους τίτλος δεν αναγνωρίζεται από την ελληνική νομοθεσία). Η ιδιωτική εκπαίδευση στη χώρα μας ποτέ δεν κατάφερε να προσελκύσει μεγάλο αριθμό μαθητών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (94.909 το 2002), καθώς συνολικά λιγότεροι από 7 στους 100 μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η Ελλάδα από χώρα αποστολής μεταναστών έχει γίνει χώρα υποδοχής μετακινούμενων πληθυσμών, αλλοδαπών και παλιννοστούντων, προσφύγων ή μεταναστών. Ενώ το 1996 ανά 100 μαθητές μόλις 3 είχαν γονείς αλλοδαπούς και παλιννοστούντες, το 2002 το ποσοστό αυτό υπερδιπλασιάστηκε και άγγιξε το 7%, με σχεδόν 100.000 μαθητές από αλλοδαπούς και παλιννοστούντες γονείς. Η δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση χωρίζεται σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Η εισαγωγή των φοιτητών σ’ αυτά τα ιδρύματα εξαρτάται από την επίδοσή τους σε εξετάσεις εθνικού επιπέδου, που λαμβάνουν χώρα στη Β΄ και Γ΄ τάξη του Λυκείου. Το 2003 υπήρχαν 19 ΑΕΙ (εκτός από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο) με 245 τμήματα και 16 ΤΕΙ με 187 τμήματα. Ο εγγεγραμμένος φοιτητικός πληθυσμός έφτασε το 2003 τις 500.000. Στο ΕΑΠ οι φοιτητές γίνονται αποδεκτοί από την ηλικία των 22 ετών μετά από κλήρωση. ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Αρκετά είναι τα προβλήματα που «συγκατοικούν» δεκαετίες με το εκπαιδευτικό μας σύστημα και από τα οποία το σύστημα αρνείται, επίμονα, να «απογαλακτιστεί». Ανοιχτά «ρήγματα» στο ταλαιπωρημένο σώμα του ελληνικού σχολείου, «αδιάβροχα» από το χρόνο, τις εκπαιδευτικές πολιτικές και τις εξαγγελίες «κρατούντων και μνηστήρων», αποτελούν τα μόνιμα «οικοδομικά υλικά» της επιδημιολογίας της σχολικής πραγματικότητας. Χαμηλές οι δημόσιες δαπάνες Αν εξετάσει κανείς την εξέλιξη των κρατικών δαπανών για εκπαίδευση στη χώρα μας, θα διαπιστώσει ότι διακρίνονται από μια μόνιμη «σταθερά»: την ανεπάρκεια. Η Ελλάδα, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΟΗΕ για την «Ανθρώπινη ανάπτυξη», κατατάσσεται, δυστυχώς, στην 105η θέση σε σύνολο 132 χωρών, μαζί με την Γκάνα, το Καμερούν και το Νεπάλ, αφού οι δαπάνες για την εκπαίδευση ποτέ δεν ξέφυγαν από το 3-3,5% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Στον ευρωπαϊκό χώρο η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση, απέχοντας πολύ από την αμέσως επόμενη χώρα, καθώς το ποσοστό του ΑΕΠ, που αφιερώνεται κατά μέσο όρο στην εκπαίδευση στην ΕΕ πλησιάζει το 6%! Στην Ελλάδα, οι δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες μόλις ξεπερνούν το μισό του μέσου όρου των δαπανών των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σχολείο – Φροντιστήριο – Ιδιαίτερο Η παλαιότερη και η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα, όσον αφορά τη ρύθμιση και επιλογή του πανεπιστημιακού πληθυσμού, έχει τέτοιο χαρακτήρα, ώστε η παρακολούθηση ιδιωτικού προπαρασκευαστικού κέντρου ή ιδιαίτερων μαθημάτων να έχει γίνει πρακτικά αναγκαία για την επιτυχία στις Γενικές Εξετάσεις προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο «πύργος ελέγχου» της πρόσβασης στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση συναρμολογείται από την πρόσβαση στην ιδιωτική εκπαίδευση (φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα κ.λπ.), τη δυνατότητα για πληρωμή διδάκτρων. Η ανάπτυξη και η διόγκωση του ιδιωτικού, εξωσχολικού-παραεκπαιδευτικού δικτύου (φροντιστήρια, ιδιαίτερα) είναι ένα σύνθετο κοινωνικό-οικονομικό και εκπαιδευτικό φαινόμενο, μόνιμη συντεταγμένη της πραγματικότητας του ελληνικού σχολείου, καθώς εξαρτά την ύπαρξή του από τις ανεπάρκειές του, «τρέφεται» από τις λειτουργίες του και γιγαντώνεται από τις εξεταστικές του πρακτικές. Η υποδομή της εκπαίδευσης Η έλλειψη αιθουσών, η συστέγαση, οι πολλαπλές βάρδιες, η απουσία αναγκαίων χώρων για εκπαιδευτικές δραστηριότητες, το ανύπαρκτο ή απαρχαιωμένο εποπτικό υλικό, η ανυπαρξία συντήρησης και επισκευών έχει μόνιμη παρουσία στο ιστορικό της παθολογίας του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Παράλληλα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι οι κακοτεχνίες, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία συντήρησης ή την κακοσυντήρηση, στρώνουν το έδαφος για πάνω από 5.000 σχολικά ατυχήματα το χρόνο. Η «παράκαμψη»... του σχολείου Η παρακολούθηση της ροής του μαθητικού πληθυσμού την τελευταία δεκαετία αποκαλύπτει, μέσα από τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, ότι από το 1985 –χρονιά που με νόμο (1566/85) προβλέπεται και «η τιμωρία όσων έχουν την επιμέλεια ανηλίκων που εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εκπαίδευση»– μέχρι το 2003 πάνω από 200.000 παιδιά έχουν εξοστρακιστεί από τη βασική εκπαίδευση, η οποία θεωρείται η υποχρεωτική βάση για την απόσπασή τους από τον κόσμο του αναλφαβητισμού, χωρίς ελπίδα κατά κανόνα αναπλήρωσης του εκπαιδευτικού τους κενού και, βέβαια, με ναρκοθετημένο το μέλλον τους πριν ακόμη κοπεί η «κορδέλα των εγκαινίων» της εφηβικής τους ηλικίας. Στην εικοσαετία 1980-2000 το ποσοστό των μαθητών που δεν ολοκλήρωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση κυμαινόταν: 22% το 1980, 11,5% το 1990, και 9,6%-7% τη δεκαετία 1991-2000. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΠΘ, το 2003 καταγράφεται ένα ποσοστό μαθητών της τάξης του 6-7% οι οποίοι δεν ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση. Το τμήμα του πληθυσμού που δεν ολοκλήρωσε το υποχρεωτικό σχολείο (εννιαετές) αποτελούσε το 1991 (απογραφή) το 57% του συνόλου. Σύμφωνα με στοιχεία του uπουργείου Παιδείας το 2003 φοιτούσαν στην Α/Βάθμια (δημοτικά) και Β/Βάθμια Εκπαίδευση (γυμνάσια, λύκεια) περισσότεροι από 95.000 αλλοδαποί και παλιννοστούντες μαθητές Το δημογραφικό έλλειμμα στην ελληνική εκπαίδευση Ανάμεσα στις δυο απογραφές (1991 και 2001), το σχολικό κουδούνι δεν χτύπησε για 230 χιλιάδες παιδιά, σχολικής ηλικίας δημοτικού και γυμνασίου. Αυτό ήταν το τίμημα που πλήρωσε η χώρα μας εξαιτίας του δημογραφικού μας προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα, τη σχολική χρονιά 1991/92, το σχολικό κουδούνι των δημοτικών και των γυμνασίων της χώρας μας «χτυπούσε» για πάνω από 1.230.000 χιλιάδες μαθητές, ενώ το 2000/01 στα θρανία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης κάθισαν μόλις 1 εκατομμύριο μαθητές. Η φοιτητική μετανάστευση Το φαινόμενο της «εξόδου» για σπουδές έχει το δικό του μακρύ παρελθόν. Στη δεκαετία του ’60 ο αριθμός των φοιτητών εξωτερικού κυμαίνεται περίπου σε 7-8 χιλιάδες. Στη δεκαετία του ’70 ξεπερνάει τις 37 χιλιάδες (1979) στη δεκαετία του ’80 αγγίζει τις 45 χιλιάδες (1982), ενώ το 2001, για την οποία δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία από την Τράπεζα Ελλάδας, υπολογίζεται σε περίπου 60 χιλιάδες προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές. Για να αντιληφθούμε καλύτερα την έκταση και την ένταση της φοιτητικής μετανάστευσης, ας δώσουμε κι ένα άλλο στοιχείο: τη δεκαετία 1980-89 κατατέθηκαν για αναγνώριση στο ΔΙΚΑΤΣΑ περίπου 31 χιλιάδες τίτλοι σπουδών πτυχιούχων του εξωτερικού. Την αμέσως επόμενη δεκαετία 1990-99 κατατέθηκαν για αναγνώριση στην ίδια υπηρεσία περισσότεροι από 38 χιλιάδες τίτλοι από πανεπιστήμια του εξωτερικού! Συνολικά, δηλαδή, τα τελευταία είκοσι χρόνια (1980-99) εγκρίθηκαν 90 χιλιάδες τίτλοι σπουδών Ελλήνων επιστημόνων που αποκτήθηκαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Οι επιπτώσεις της φοιτητικής μετανάστευσης είναι, βέβαια, πολλές. Θα εστιάσουμε μόνο σε μία: στην οικονομική αιμορραγία, που είναι τεράστια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που βασίζονται σε παλαιότερα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας και σε έρευνες που αφορούν το ετήσιο κόστος σπουδών ενός φοιτητή στο εξωτερικό, υπολογίζεται ότι η συνολική ετήσια δαπάνη πρέπει να ξεπερνάει το 2003 τα 800 εκατ. ευρώ. 1 Ο Νεόφυτος Βάμβας, διδάσκαλος του Γένους. Το 1899, επί κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη, έγινε μια ακόμη προσπάθεια για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο Ιωάννης Καποδίστριας. Η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή (ΕPE) συγκρότησε το 1957 Ειδική Επιτροπή Παιδείας για την αντιμετώπιση των σημαντικών εκπαιδευτικών προβλημάτων (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, σημαντική φυσιογνωμία του 19ου αι. Το 1964, η Ένωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου κατοχύρωσε τη δωρεάν παιδεία (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ελλάδα — η Греция, Эллада: η Εκκλησία της Ελλάδος Элладская Церковь …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ελλάδα — Grèce  Pour les articles homophones, voir Graisse et GRECE. Ελληνική Δημοκρατία (el) …   Wikipédia en Français

  • Ελλάδα — Sp Eladà Ap Ελλάδα/Ellada graikiškai Sp Helãdė Ap Ηλλάς/Hellas sen. graikų kalba L sen. Graikijos pavadinimas …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Ελλάδα — η βλ. Ελλάς …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα — [Елада] ουσ. Θ. Эллада, греция …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ελλάδα — η κράτος της ΝΑ Ευρώπης στο νότιο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἑλλάδα — Ἑλλάς part of Phthiotis fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Συνταγματική Ιστορία — Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Σύντομη ανασκόπηση Το σύνταγμα είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου με τους οποίους ρυθμίζεται η συγκρότηση και η άσκηση της κρατικής εξουσίας. Επομένως, η συνταγματική ιστορία είναι η ιστορία της κρατικής… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φωτογραφία — ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Από την εποχή της ανακάλυψής της το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, η φωτογραφική τεχνική γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους καλλιτέχνες της εποχής, οι οποίοι βρίσκουν στη νέα αυτή τεχνική ένα μέσο για να απεικονίσουν με ακόμη μεγαλύτερη …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.